Πίσω

 

 

Οι τελευταίες μέρες δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κανένα μεγάλο γεγονός δε συντάραξε την ανθρωπότητα, και είναι φανερή κάποια αμηχανία στις ειδήσεις των μεγάλων καναλιών, που προσπαθούν απεγνωσμένα να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των τηλεθεατών με ανούσια θέματα.

 

Για μας όμως που ξέρουμε τον κύριο Λυμουρίδη, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Κάτι παράξενο συμβαίνει, και τα σχόλια στο γραφείο παίρνουν και δίνουν. Βλέπετε, ο κύριος Λυμουρίδης είναι ο πιο τακτικός και τυπικός υπάλληλος από όλους εμάς που δουλεύουμε στην εταιρία ΕΛΔΙΚΤΥ, η οποία κατασκευάζει πλαστικά δικτάκια για τη συσκευασία εσπεριδοειδών και γενικότερα οπωρολαχανικών. Πάντα αγωνιούσε για τη θέση του, γιατί η εταιρία πληρώνει ιδιαίτερα καλούς μισθούς. Έτσι, κατάφερε μέσα στα 17 χρόνια που είναι μαζί μας να έχει γίνει υπόδειγμα συνέπειας. Ψιθυρίζεται μάλιστα πως σύντομα θα προαχθεί σε προσωπάρχη στο τμήμα πωλήσεων. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως δεν είναι αδικαιολόγητη η απορία όλων μας γιά την παράξενη συμπεριφορά του την τελευταία εβδομάδα.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Την περασμένη Δευτέρα ο κ. Λυμουρίδης ήρθε στη δουλειά τελείως διαφορετικός. Ήταν σκεπτικός και αφηρημένος, μάλιστα μπαίνοντας ξέχασε να χαιρετήσει την κ. τμηματάρχη. Το πουκάμισό του ήταν κουμπωμένο στραβά για πρώτη φορά στα χρονικά και στο πηγούνι του είχε κολλήσει ένα τσιρότο, σημάδι φυσικά κάποιας αδέξιας κίνησης στο ξύρισμα. Το βλέμμα του ήταν άδειο και απλανές, λες και δεν έβλεπε εκεί που κοιτούσε – καμιά σχέση με το φιλικό, όλο συγκατάβαση χαμόγελο που πάντα ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του και δεν έσβησε ακόμη και όταν πέθανε η μητέρα του, δύο χρόνια πριν. Ακόμα, ήταν τελείως αδέξιος και χρειάστηκε να με ρωτήσει αρκετές φορές για να καταφέρει τελικά να συμπληρώσει μια απλή κατάσταση παραλαβής υλικού. Φυσικά δε διέφυγε της προσοχής του διευθυντή, που τον ρώτησε μήπως δεν ένιωθε καλά και έπρεπε να πάει στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Και τότε έγινε το πιο παράξενο από όλα: ο κ. Λυμουρίδης δέχτηκε, και χαιρετώντας μας άχρωμα έφυγε. Για να καταλάβετε, πέρυσι πέρασε πνευμονία αλλά παρ' όλες τις συστάσεις των γιατρών και του διευθυντή δεν έλειψε από τη δουλειά ούτε μία ώρα. Από τότε δε φάνηκε στο γραφείο. Και όμως, όσες φορές του τηλεφωνήσαμε στο σπίτι, μας διαβεβαίωσε πως δεν είχε τίποτα , απλά θα ήθελε να ξεκουραστεί λίγο.

 

Δεν μπορώ να πω πως ο κ. Λυμουρίδης είναι καρδιακός φίλος μου. Απλά πηγαίναμε πού και πού για τάβλι μετά τη δουλειά και τα λέγαμε. Δεν υπήρχαν και πολλά που μπορούσες να συζητήσεις μαζί του, όλη του η ζωή ήταν η δουλειά του. Όμως δεν ήταν κακός, άκουγε τα προβλήματά μου με κατανόηση και ειλικρινή διάθεση να βοηθήσει αν μπορούσε, και σιγά–σιγά, μια συμπάθεια είχε αναπτυχθεί ανάμεσά μας. Έτσι, πήρα την απόφαση να τον επισκεφθώ σπίτι του για να δω τι τον απασχολούσε και τι μπορούσα να κάνω γι' αυτόν.

 

Τίποτα από όσα περίμενα: ούτε το άδειο βλέμμα ούτε το αιώνιο ανούσιο χαμόγελό του. Μου άνοιξε αμέσως και με υποδέχτηκε με μια εγκαρδιότητα που με κατέπληξε. Το χαμόγελό του για πρώτη φορά ήταν αληθινό και τα μάτια του φωτεινά, παρόλα αυτά οι μαύροι κύκλοι γύρω τους μαρτυρούσαν πως είχε να κοιμηθεί μερόνυχτα. Εντελώς αιφνιδιασμένος, τον ακολούθησα στο σαλόνι όπου με κέρασε ποτό, και χωρίς να του το ζητήσω καν μου διηγήθηκε την ιστορία του.

 

"Ήταν ένα δειλινό, το προηγούμενο Σάββατο που έκανα τη βόλτα μου περιπλανώμενος δίπλα από κάτι αλάνες, από τις ελάχιστες που έχουν πια μείνει στη γειτονιά μου, όταν το βλέμμα μου έπεσε σε έναν χαρταετό που πετούσε ψηλά στον ουρανό. Δεν ήταν η πρώτη φορά φυσικά που έβλεπα χαρταετό, άλλωστε όταν ήμουν παιδί πετούσα και γω αρκετά συχνά. Όμως για κάποιο λόγο αυτή τη φορά ένιωσα μέσα μου, πολύ βαθειά, ένα σκίρτημα, κάτι φευγαλέο αλλά πολύ έντονο. Στάθηκα και κοίταξα το χαρταετό καλύτερα: ένα κομμάτι χρώματα να χορεύει μέσα στο γαλάζιο ουρανό. Πίστεψε με είχα πολλά χρόνια να κοιτάξω τον ουρανό. Συνέχισα να κοιτάζω σαν μαγνητισμένος. Πρώτη φορά παρατήρησα το χρυσό περίγραμμα, και αλλού το βαθυκόκκινο χρώμα που έδινε ο ήλιος στα σύννεφα. Κάθισα στο χορτάρι αδιαφορώντας για το παντελόνι μου. Πόσες φορές άλλαξαν τα σύννεφα σχήμα και χρώμα, πόσο διαφορετικός γινόταν με το ηλιοβασίλεμα ο ουρανός! Πόση ομορφιά! Και ο αετός συνέχιζε το αρμένισμα του όμορφος, ονειρικός. Κοίταξα και τα παιδάκια που τον πετούσαν. Πόση λάμψη στο βλέμμα τους! Πόση ευτυχία! Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε. Ο αετός κατέβηκε και τα άστρα άρχισαν ένα–ένα να φαίνονται ενώ ο ήλιος είχε πια βασιλέψει, αλλά προς τη δύση ο ουρανός ήταν ακόμα σκούρος μπλε, λίγο πριν το τελευταίο φως της μέρας χαθεί. Το αεράκι που φυσούσε άρχισε να γίνεται όλο και πιο κρύο και σιγά–σιγά σηκώθηκα και τράβηξα για το σπίτι μου.

 

Τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Μια μελαγχολία ανάμικτη με νοσταλγία με είχε κυριεύσει. Άρχισα να σκέφτομαι την άχαρη ζωή μου. Τι είχα καταφέρει; Ποιος ήταν ο σκοπός μου; Γιατί τόσα χρόνια δεν είχα κοιτάξει ποτέ ξανά τον ουρανό; Γιατί τόσα χρόνια δεν είχα κοιτάξει ξανά μέσα μου; Όλη μου η ζωή, όπως ξέρεις, ήταν η δουλειά μου.

 

Η δουλειά μου... πώς να πουλήσει η εταιρία πλαστικά δικτάκια για φρούτα! Γκρίζες και άχρωμες μέρες, τόσο ίδιες. Με τι αντάλλαγμα; Πούλησα την αξιοπρέπειά μου, τα συναισθήματα μου, τον ίδιο μου τον εαυτό. Πόσα όμορφα ηλιοβασιλέματα είχα χάσει! Πόσες φορές άνθισαν οι αμυγδαλιές και εγώ δεν τις είχα δει! Πόσα όμορφα βιβλία δεν είχα διαβάσει! Πόσο είχα δολοφονήσει το χρόνο μου, τα όνειρά μου, τον εαυτό μου, τον όμορφο εαυτό της παιδικής ηλικίας!

 

Κατά τις τρεις τα μεσάνυχτα σηκώθηκα και ανέβηκα στο πατάρι. Μάζεψα όσες παλιές φωτογραφίες μπόρεσα να βρω και άρχισα να τις κοιτάζω. Είδα ένα παιδάκι ευτυχισμένο, στην αγκαλιά της μανούλας του (εδώ δυσκολευόταν να μου μιλήσει γιατί τα δάκρυά του έτρεχαν σαν βροχή), να παίζει με τον πατέρα του, ένα μωράκι που έκλαιγε στην κούνια του και που είχε όλη τη ζωή μπροστά του. Θυμήθηκα την ομορφιά και τη γαλήνη των παιδικών χρόνων. Την ασφάλεια που ένιωθα δίπλα στους γονείς μου. Τη χαρά μου όταν έβγαινα τα απογεύματα για να παίξω στις αλάνες, και όλος ο χρόνος και όλος ο κόσμος ήταν δικός μου. Θυμήθηκα που κοίταζα τα χαμολούλουδα και μύριζα τις μυρωδιές της φύσης. Και τελικά, βρήκα μια φωτογραφία που μου είχε τραβήξει η μανούλα μου ενώ κρατούσα τον αετό μου. Πόσο έμοιαζαν τα μάτια μου με αυτά των παιδιών που είχα δει!

 

Σηκώθηκα και κοίταξα τον καθρέφτη. Κατάλαβα πως πρώτη φορά έβλεπα πραγματικά τον εαυτό μου. Κοίταξα το άδειο βλέμμα μου, τα σκοτεινά μάτια μου, τις ρυτίδες και τους γκρίζους κροτάφους μου. Έμεινα πολύ ώρα να κοιτάζω το θλιβερό πρόσωπο που με κοιτούσε και αυτό με απελπισία. Και τότε, ξαφνικά, ένιωσα πως βρήκα το σωστό δρόμο, ήξερα τι πρέπει να κάνω. Έμεινα την υπόλοιπη νύχτα να σκέφτομαι και να παλεύω. Το πρωί ήρθα και ζήτησα άδεια, τα ξέρεις.

 

"Και τώρα;" τον ρώτησα, ενώ μέσα μου ήξερα καλά ότι ο παλιός κ. Λυμουρίδης είχε πεθάνει, μου μιλούσε τώρα ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος.

 

Τώρα προετοιμάζω τον εαυτό μου για το μεγάλο ξεκίνημα, το δρόμο προς τον προορισμό μου, προς τη χαρά. Και, φίλε μου, μια και ήρθες σε παρακαλώ πες στο γραφείο να βρουν αντικαταστάτη μου, δε θα ξανάρθω πια.

 

Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω περισσότερα, μου μιλούσε και έλαμπε ολόκληρος, κάτι πολύ μεγάλο είχε γίνει μέσα του. Ήξερα ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα. Με αποχαιρέτισε με ένα αντίο, αφού μου ευχήθηκε να γίνω και γω τόσο ευτυχισμένος όσο ήταν αυτός τώρα και με ξεπροβόδιζε στην πόρτα.

 

Γύρισα σπίτι περπατώντας, μελαγχολικός και σκεπτικός. Μία βδομάδα αργότερα, μετά τη δουλειά, πέρασα από το διαμέρισμα που έμενε. Ήταν ένα απόγευμα συννεφιασμένο, όπως και η καρδιά μου. Στην είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχε ένα "ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ".

 

Έφυγα, με τα μάτια μου υγρά. Σκοτείνιαζε. Στάθηκα για λίγο σε μια αλάνα και κοίταξα, όμως ο άνεμος που φυσούσε δεν έβρισκε κανένα χαρταετό να σηκώσει.

 

 


 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ