ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Πεδία, κύματα, έργα και κεραίες (μέρος Α')

 

 

Μία από τις κατηγορίες εκδηλώσεων που αναφέρονται σταθερά και διαχρονικά από παλιούς και νέους επισκέπτες της Πεντέλης, και ιδιαίτερα της σπηλιάς, είναι εκείνη που αφορά περιπτώσεις σχετικές με φακούς που αρνούνται να λειτουργήσουν ή συμπεριφέρονται παράξενα, ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες που παρουσιάζουν διαλείψεις, κινητά τηλέφωνα και άλλες συσκευές εκπομπήςλήψης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που παρουσιάζουν κενά λειτουργίας ή παρεμβολές, κλπ. Από τη δική μας πλευρά έχουμε να θυμηθούμε πολλές ανάλογες περιπτώσεις, όπου συσκευές τις οποίες είχαμε μαζί κατά τις επισκέψεις μας στην Πεντέλη παρουσίασαν ποικίλες, εκνευριστικές μερικές φορές, δυσλειτουργίες.

 

Η φημολογία γύρω από το θέμα έχει σταδιακά διογκωθεί, και ένας αριθμός από θεωρίες και πιθανές ερμηνείες των εκδηλώσεων αυτών έχει διατυπωθεί με τον καιρό. Η πλέον διαδεδομένη και λογική άποψη, ανάμεσα σε πλήθος ανακριβών ή και ευτράπελων μερικές φορές διαδόσεων (βάσεις εξωγήινων, Βρίλλ κλπ.), απέδιδε τις δυσλειτουργίες των διαφόρων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών στην Πεντέλη σε παρεμβολές, προερχόμενες είτε από τους πομπούς του σταθμού τηλεπικοινωνιών της κορυφής είτε αυτούς της γειτονικής βάσης της Νέας Μάκρης είτε εκείνους της υπόγειας ΝΑΤΟϊκής ναυτικής βάσης, στους πρόποδες του βουνού. Η άποψη αυτή επικρατούσε για αρκετά χρόνια μεταξύ των περισσότερων απ' όσους είχαν αναρωτηθεί σχετικά με το όλο ζήτημα, αιτιολογώντας κατά τον τρόπο αυτό τις ποικίλες δυσλειτουργίες.

 

Στις μέρες μας, βέβαια, ο σταθμός τηλεπικοινωνιών στην κορυφή της Πεντέλης έχει πλέον καταργηθεί, η βάση της Νέας Μάκρης έχει κλείσει, ενώ και η υπόγεια ναυτική βάση στους πρόποδες του βουνού έχει επίσης απενεργοποιηθεί (ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2005). Οι ποικίλες δυσλειτουργίες ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών στην Πεντέλη, όμως, εξακολουθούν να υφίστανται, παρουσιάζοντας μάλιστα και εξάρσεις κατά περιόδους.

 

Δεν αποκλείεται οι διάφοροι πομποί που είχαν στηθεί κατά καιρούς επί της Πεντέλης ή δίπλα σε αυτή να ευθύνονταν για μέρος των σχετικών εκδηλώσεων. Στο θέμα αυτό, όμως, φαίνεται να υπάρχει και μία διαφορετική αιτία, με βαθύτερες και σημαντικότερες προεκτάσεις.

 

Η παρούσα ενότητα αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια και επέκταση της ενότητας "Συζήτηση σε πρώτο επίπεδο", στην οποία και συνιστάται η αναδρομή προκειμένου τα όσα ακολουθούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά.

 

Ας ξεκινήσουμε τη συζήτηση μας κάνοντας μία μικρή αναδρομή σε ένα κομβικό σημείο της όλης ιστορίας.

 

Όπως λοιπόν σημειώσαμε σε προηγούμενη ενότητα, αρκετά χρόνια πριν, το 1990, μια εποχή κατά την οποία επισκεπτόμασταν την Πεντέλη σχεδόν μέρα παρά μέρα, ένας φίλος και συνεργάτης είχε λάβει ταχυδρομικώς στο σπίτι του ένα δέμα δίχως στοιχεία αποστολέα. Το δέμα περιείχε ένα βιβλίο ανωνύμου συγγραφέα, που αναφερόταν στη δράση Αμερικανών και Σοβιετικών πρακτόρων στην Ελλάδα (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Σημειωμένο στις σελίδες του υπήρχε ένα απόσπασμα, στο οποίο γινόταν αναφορά περί της ύπαρξης ενός ηλεκτρομαγνητικού διαύλου, μιας ιδιομορφίας δηλαδή του μαγνητικού πεδίου της Γης, τα άκρα του οποίου ένωναν την ευρύτερη περιοχή της Νέας Μάκρης με την πολιτεία Virginia των ΗΠΑ. Ο μαγνητικός αυτός δίαυλος, σύμφωνα με το βιβλίο, διέτρεχε υπογείως τη Γη και λειτουργούσε όπως περίπου λειτουργεί μια οπτική ίνα: τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που διοχετεύονταν στη μία του άκρη τον διέσχιζαν κατά μήκος, χωρίς να διαρρέουν έξω από τα νοητά του τοιχώματα (ο δίαυλος σύμφωνα με το σχετικό απόσπασμα ήταν διαμέτρου εκατοντάδων ή χιλιάδων μέτρων), και ακολουθώντας το υπόγειο αυτό «μονοπάτι» αυξημένης αγωγιμότητας «ξεβράζονταν» στην άλλη του άκρη, σχεδόν αναλλοίωτα.

 

Το περίεργο, τώρα, σχετικά με την όλη υπόθεση δεν ήταν τόσο τα όσα αναφέρονταν στο βιβλίο περί μαγνητικού διαύλου, όσο ο τρόπος με τον οποίο ο άγνωστος του αποστολέας είχε επιλέξει να μας τα γνωστοποιήσει. Το πράγμα γινόταν ακόμη πιο περίεργο από το γεγονός ότι κάποιος από την παρέα εργαζόταν την εποχή εκείνη σε θέση που είχε άμεση σχέση με την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα. Και, αν και η ενασχόληση μας με την Πεντέλη δεν αποτελούσε δα και κανένα μυστικό, τα άτομα που γνώριζαν γι' αυτή ήταν πολύ λίγα και γνωστά σ' εμάς. Η ιστορία έλαβε παράξενες προεκτάσεις όταν, λίγο καιρό αργότερα, αντιληφθήκαμε ότι δύο από τα άτομα της παρέας παρακολουθούνταν. Και το ακόμη πιο παράξενο ήταν ότι η παρακολούθηση αυτή γινόταν, όχι διακριτικά και συγκεκαλυμμένα, αλλά εξόφθαλμα και απροκάλυπτα, κατά τρόπο που κανείς θα έπρεπε να είναι αόμματος για να μην αντιληφθεί αμέσως. Την προσέξαμε άμεσα, λοιπόν, και τη συνδυάσαμε με το δέμα που είχαμε λάβει λίγο καιρό πριν. Τη συνδυάσαμε, επίσης, και με το γεγονός ότι λίγο νωρίτερα είχαν ξαναξεκινήσει στη σπηλιά έργα, τα έργα του 1990, που διακόπηκαν άδοξα λίγες εβδομάδες αργότερα.

 

Όπως είπαμε, δεδομένων και των έργων που ξεκινούσαν και πάλι στο μέρος, η σχέση μας με την Πεντέλη την περίοδο εκείνη ήταν ανάλογη αυτής μεταξύ του Μάρτη και της Σαρακοστής. Σε κάποια, μάλιστα, από τις επισκέψεις μας εκεί, ο φύλακας του εργοταξίου που είχε στηθεί έξω από τη σπηλιά, βλέποντας μας να βιντεοσκοπούμε το χώρο με μία ογκώδη βιντεοκάμερα, είχε καλέσει την αστυνομία. Και πράγματι, λίγο αργότερα είχε καταφθάσει στο μέρος ένας αστυνομικός που, κρατώντας προτεταμένο ένα ημιαυτόματο όπλο (αυτό απαγορεύεται), είχε ζητήσει εξηγήσεις για το τι κάναμε εκεί. Δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε για το ποιος από τους δύο ήταν περισσότερο τρομαγμένος, ο φύλακας ή ο αστυνομικός (πάντως, το φουκαρά το φύλακα τον λυπόμαστε κατά βάθος· ποιος ξέρει τι να πίστευε βλέποντας καθημερινά σχεδόν κάποιους μυστήριους να τριγυρνούν εκεί, κάνοντας ακατανόητα γι' αυτόν πράγματα). Αφού είχαμε υποδείξει στον αστυνομικό ότι βιντεοσκοπούσαμε απλώς την περιοχή και ότι δεν υπήρχε απολύτως καμία ταμπέλα που να απαγόρευε κάτι τέτοιο (αφήνοντας και μερικά κατάλληλα υπονοούμενα ώστε το αστυνομικό του δαιμόνιο να μυριστεί ότι ήμασταν δημοσιογράφοι κάποιου ιδιωτικού τηλεοπτικού καναλιού), εκείνος είχε αρκεστεί σε μια τυπική έρευνα της θήκης της βιντεοκάμερας, φεύγοντας τελικά άπραγος.

 

Με βάση όλα τα παραπάνω, υποθέσαμε ότι η καθημερινή μας σχεδόν παρουσία στην Πεντέλη είχε γίνει αντιληπτή, κινώντας την περιέργεια κάποιας υπηρεσίας, και πως η παρακολούθηση μας είχε σχέση με τη δραστηριότητα μας αυτή, με σκοπό ίσως να μας τρομάξει. Αποφασίσαμε να μη δίνουμε σημασία, ενώ, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κάθε φορά που προσεγγίζαμε το μέρος σκάγαμε στα γέλια καθώς φανταζόμασταν τους υπηρετούντες στο σταθμό τηλεπικοινωνιών της κορυφής να βάζουν στοιχήματα για την πιθανή ημερήσια ώρα άφιξης μας εκεί, ψάχνοντας με τα κυάλια να εντοπίσουν το γνωστό αυτοκίνητο. Και πράγματι, πάψαμε να δίνουμε σημασία. Έτσι, ο γράφων π.χ. σχεδόν έγνεφε κανονικά στους δύο βαριεστημένους τύπους που βρίσκονταν αραγμένοι μέσα στο λευκό αυτοκίνητο (ναι, ακόμα και το χρώμα ήταν το στυλιζαρισμένο λευκό) που στάθμευε τακτικά τον καιρό εκείνο λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Η παρακολούθηση αυτή κράτησε για μερικές μέρες και έπαψε το ίδιο απότομα όσο είχε αρχίσει.

 

Τα όσα αναφέρθηκαν ως εδώ έχουν σκοπό να μεταδώσουν κάποιες όψεις –από τη δική μας πλευρά– της ιστορίας αυτής. Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, όμως, είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστούν και κάποια άλλα πράγματα, ώστε η συνέχεια και οι προεκτάσεις του όλου θέματος να γίνουν καλύτερα κατανοητές.

 

Η Γη, σαν πλανήτης, προκαλεί τη δημιουργία και περιβάλλεται από δύο ειδών πεδία. Το ένα είναι το βαρυτικό και το άλλο, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Το πρώτο, το βαρυτικό δηλαδή πεδίο, που γίνεται αισθητό σ' εμάς μέσω της βαρυτικής έλξης, γεννάται από τη μάζα της Γης. Η βαρύτητα, η δύναμη που προκύπτει από το βαρυτικό πεδίο, εκδηλώνεται πάντα ως ελκτική δύναμη και ποτέ ως άπωση. Σε γενικές γραμμές, το βαρυτικό πεδίο της Γης είναι σχετικά ομοιογενές και η δύναμη της βαρύτητας που έλκει τα υλικά σώματα προς το κέντρο της Γης (το κέντρο βάρους της συνολικής της μάζας) είναι περίπου σταθερή καθ' όλη της την επιφάνεια. Περίπου σταθερή. Υπάρχουν δύο κύριες, γνωστές στους γεωφυσικούς κατηγορίες παραγόντων που επηρεάζουν αυτό το «περίπου». Η πρώτη έχει να κάνει με την απόσταση του υπό εξέταση σημείου από το κέντρο της Γης, το κέντρο έλξης της δηλαδή. Όσο η απόσταση αυτή αυξάνεται, τόσο η βαρυτική έλξη στο σημείο αυτό μειώνεται, και αντιστρόφως. Κατά συνέπεια, η δύναμη της βαρύτητας στην κορυφή ενός ψηλού βουνού είναι λίγο μικρότερη απ' ό,τι στην επιφάνεια της θάλασσας. Διαφορά όσον αφορά τη βαρυτική έλξη παρατηρείται και ανάμεσα στα γεωγραφικά πλάτη του πλανήτη μας. Μιας και η Γη δεν αποτελεί τέλεια σφαίρα, αλλά μπορούμε να την φανταστούμε ως ελαφρώς πεπιεσμένη προς τα μέσα στους πόλους, η δύναμη της βαρύτητας στον Βόρειο και στον Νότιο Πόλο είναι λίγο ισχυρότερη απ' ό,τι σε άλλα σημεία της επιφάνειας της, ακριβώς επειδή οι πόλοι απέχουν λιγότερο από το κέντρο της Γης, που αποτελεί και το κέντρο έλξης της. Εκτός αυτού, η βαρυτική έλξη στους πόλους είναι ισχυρότερη απ' ό,τι στον ισημερινό και για έναν ακόμη λόγο: η περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονα της γεννά φυγόκεντρο δύναμη, κάθετης δηλαδή κατεύθυνσης δύναμη σε σχέση με τον άξονα περιστροφής, η οποία μεγιστοποιείται και φέρεται αντίθετα προς τη δύναμη της βαρύτητας όσο κανείς πλησιάζει προς τον ισημερινό, ενώ ελαχιστοποιείται προς τους πόλους. Η διαφορά στη δύναμη της βαρυτικής έλξης λόγω των παραπάνω παραγόντων είναι της τάξης του 0,5% περίπου. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος που στον ισημερινό ζυγίζει 70 κιλά, στους πόλους θα είναι κατά 0,5% βαρύτερος, θα ζυγίζει δηλαδή 350 γραμμάρια περισσότερο.

 

Με αυτή την πρώτη κατηγορία, σχετιζόμενων με τη γεωδαισία παραγόντων που επηρεάζουν τη δύναμη της βαρυτικής έλξης, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι. Υπάρχει, όμως, και μία δεύτερη κατηγορία, άσχετη με την απόσταση από το κέντρο της Γης και λιγότερο γνωστή. Είναι οι λεγόμενες βαρυτικές ανωμαλίες τύπου «Bouguer». Παρότι η βαθύτερη της αιτιολογία μάς είναι άγνωστη, είπαμε ότι η βαρυτική έλξη που ασκείται από κάθε υλικό σώμα εξαρτάται από τη μάζα του και την απόσταση μέτρησης. Αν η Γη είχε απολύτως ομοιογενή σύσταση, αποτελούμενη από ένα και μόνο είδος ορυκτού, τότε η κατεύθυνση της βαρυτικής έλξης θα ήταν πάντα στραμμένη ακριβώς προς το κέντρο μάζας του πλανήτη, προς το γεωμετρικό δηλαδή κέντρο της Γης. Αυτό δε συμβαίνει. Σε πολλές περιοχές, ο φλοιός και οι υπό τον φλοιό χώροι καταλαμβάνονται από τεράστια κοιτάσματα μετάλλων ή πετρωμάτων, η πυκνότητα των οποίων διαφέρει κατά πολύ από την αντίστοιχη μέση πυκνότητα μάζας των γύρω υλικών. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτουν οι λεγόμενες βαρυτικές ανωμαλίες τύπου Bouguer (http://www.scec.org/education/college/internships/2000/natek/sld007.htm, http://www.igcworld.com/gm_glos.html). Ανάλογα, τώρα, με την πυκνότητα μάζας του εκάστοτε κοιτάσματος, η δύναμη της βαρυτικής έλξης πάνω από την περιοχή την οποία αυτό καταλαμβάνει είτε υπερβαίνει είτε υπολείπεται της μέσης τιμής βαρυτικής έλξης της Γης. Έτσι, αν π.χ. πρόκειται για ένα μεγάλο κοίτασμα σιδηροπυρίτη, η βαρυτική έλξη πάνω από το κοίτασμα αυτό θα βρίσκεται αυξημένη, μιας και η πυκνότητα μάζας του σιδηροπυρίτη υπερβαίνει τον μέσο όρο πυκνότητας μάζας της Γης. Αν, αντιθέτως, μετρήσουμε τη δύναμη της βαρυτικής έλξης πάνω από ένα κοίτασμα φυσικού αερίου, η μέτρηση θα υπολείπεται της μέσης τιμής, για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο. Τις ανωμαλίες Bouguer τις αξιοποιούν όλες οι μεγάλες εταιρίες εξόρυξης, εντοπίζοντας και αξιολογώντας μέσω αυτών τις διαστάσεις και την πιθανή σύσταση διαφόρων κοιτασμάτων, ιδίως υδρογονανθράκων (http://gdcinfo.agg.nrcan.gc.ca/app/bathgrav/large_e.html).

 

Η μέτρηση της βαρυτικής έλξης πάνω από περιοχές που παρουσιάζουν ανωμαλίες Bouguer μπορεί, όπως είπαμε, να δώσει αυξημένες ή μειωμένες τιμές. Όταν, όμως, η βαρυτική έλξη μετράται, όχι πάνω, αλλά δίπλα σε περιοχές με υποκείμενα κοιτάσματα ικανά να προκαλέσουν ανωμαλίες Bouguer, τότε, εκτός από μια απόκλιση στην τιμή, η κατεύθυνση του ανύσματος της βαρυτικής έλξης θα είναι και αυτή επηρεασμένη κατά λιγοστά εκατοστά της μοίρας, ανάλογα με το μέγεθος του κοιτάσματος. Με απλά λόγια, η κατεύθυνση της βαρύτητας δε θα είναι ακριβώς κάθετη προς το οριζόντιο επίπεδο. Όσο πιο επιφανειακά στο φλοιό της Γης εντοπίζεται το υπεύθυνο κοίτασμα, τόσο πιο μεγάλη θα είναι η απόκλιση της κατεύθυνσης του βαρυτικού πεδίου. Επιπροσθέτως, η βαρυτική έλξη της Σελήνης προκαλεί, ανάλογα με τη θέση του δορυφόρου μας σε σχέση με το εκάστοτε κοίτασμα, περιοδικές διακυμάνσεις στην ένταση και την κατεύθυνση της παρατηρούμενης βαρυτικής ανωμαλίας Bouguer, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το φαινόμενο της παλίρροιας, το οποίο επίσης οφείλεται στη βαρυτική επίδραση της Σελήνης. Και πάλι, η περιοδική αυτή επίδραση της Σελήνης θα είναι τόσο πιο έντονη όσο πιο επιφανειακά στο φλοιό της Γης εντοπίζεται το υπεύθυνο κοίτασμα.

 

Οι βαρυτικές ανωμαλίες τύπου Bouguer είναι πολύ συνηθισμένες και εντοπίζονται σε πολλές περιοχές της Γης. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, αντικείμενο μελέτης έχει γίνει τα τελευταία χρόνια το ανώμαλο βαρυτικό πεδίο της Μήλου, του οποίου η ανομοιογένεια αποδίδεται σε διαταραχή τύπου Bouguer (http://www.balkangeophysoc.org/online-journal/nov2000/v3-4-4.pdf).

 

Χάρτης κατανομής της βαρυτικής ανωμαλίας Bouguer της Μήλου.

 

Για να προκύψει μια, έστω μέσης τιμής, βαρυτική ανωμαλία τύπου Bouguer, τα κοιτάσματα υλικών που απαιτούνται είναι της τάξης των μερικών κυβικών χιλιομέτρων. Μικρότερα κοιτάσματα έχουν πρακτικά μηδενική επίδραση στο βαρυτικό πεδίο. Αλλά και οι ισχυρότερες βαρυτικές διαταραχές που προκύπτουν από ανωμαλίες Bouguer είναι της τάξης του 0,01%. Σε έναν άνθρωπο, δηλαδή, που ζυγίζει 70 κιλά, η μέγιστη επίδραση στο βάρος του από μια βαρυτική ανωμαλία του τύπου αυτού θα έφτανε τα 7 μόλις γραμμάρια. Μια διαφορά του μεγέθους αυτού μπορεί να είναι σημαντική από επιστημονικής άποψης, στην καθημερινή μας όμως ζωή είναι αμελητέα και σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί ώστε να προκαλέσει αισθητές σε εμάς βαρυτικές διαταραχές.

 

Αυτοί –οι σχετιζόμενοι με τη γεωδαισία και οι απορρέοντες από τη σύσταση του γήινου φλοιού– είναι σε γενικές γραμμές οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη διακύμανση του γήινου βαρυτικού πεδίου, σύμφωνα με τους γεωφυσικούς. Παρόλα αυτά, υπήρχαν και υπάρχουν αναφορές για σημεία στην επιφάνεια του πλανήτη όπου η βαρύτητα φαίνεται να συμπεριφέρεται κατά τρόπο παράδοξο – πολύ πιο παράδοξο απ' όσο θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν οι παράγοντες αυτοί. Οι σχετικές αναφορές ανέρχονται σε εκατοντάδες. Στην Ιταλία και την Πολωνία, για παράδειγμα, αναφέρονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις δρόμων όπου αυτοκίνητα και άλλα αντικείμενα, όταν αφήνονται ελεύθερα, κυλούν προς τον ανήφορο: http://www.fosar-bludorf.com/archiv/rocca_eng.htm. Σε μία ανάλογη περίπτωση, κάπου κοντά στο χωριό "Κράσι" του οροπεδίου Λασιθίου, έχουμε αναφερθεί κι εμείς μέσα από άλλη σελίδα. Επισήμως ανακοινωμένες επιστημονικές μελέτες για τις συγκεκριμένες περιοχές, ωστόσο, δεν έχουμε υπόψη μας.

 

Εδώ θα πρέπει να ανοίξουμε μία μικρή παρένθεση. Παρότι στο θέμα των «βαρυτικών δρόμων» έχουμε αναφερθεί ξανά και ξανά, αρκετοί αναγνώστες ίσως διατηρούν λανθασμένες εντυπώσεις, έχοντας διαβάσει ή ακούσει ότι στον λεγόμενο βαρυτικό δρόμο της Πεντέλης έγιναν μετρήσεις με θεοδόλιχο και LASER, οι οποίες, έπειτα από ανάλυση μέσω υπολογιστή, έδειξαν ότι το όλο φαινόμενο δε συνιστά παρά μια απλή οφθαλμαπάτη. Θα πρέπει, λοιπόν, να επαναλάβουμε πως η μέθοδοι μέτρησης του είδους αυτού δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη διερεύνηση και ανάλυση βαρυτικών διαταραχών. Η βασική συλλογιστική της παραπάνω μεθόδου και των διαφόρων παραλλαγών της συνοψίζεται στα εξής: βρίσκουμε την ευθεία του οριζόντιου επιπέδου μέσω ενός αλφαδιού (ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου του οποίου η λειτουργία βασίζεται στο υδραερικό επίπεδο), βρίσκουμε την ευθεία που μας ενδιαφέρει να μετρήσουμε, και ανάλογα με την γωνία που σχηματίζουν οι δύο αυτές ευθείες μεταξύ τους αποφαινόμαστε για το αν η υπό εξέταση ευθεία συνιστά ανηφόρα, κατηφόρα ή ίσιωμα. Ναι, μόνο που αν η μέτρηση του είδους αυτού πραγματοποιηθεί εντός των ορίων μιας βαρυτικής διαταραχής (την οποία υποτίθεται ότι προσπαθούμε να αποκαλύψουμε), τότε και η φυσαλίδα του αλφαδιού θα επηρεαστεί από τη βαρυτική αυτή διαταραχή, οπότε η ένδειξη του οριζόντιου επιπέδου που θα πάρουμε από τη μέτρηση μας θα είναι λανθασμένη (όπως, άλλωστε, και η όλη μέτρηση). Για παράδειγμα, αν εφαρμόζαμε την παραπάνω μέθοδο αξιολόγησης σε μια υποθετική, εξωφρενικά ισχυρή βαρυτική διαταραχή, όπου αυτοκίνητα κυλούν ανηφορίζοντας μια ανηφόρα κλίσης 45 μοιρών, η φυσαλίδα του αλφαδιού (ή χωροβάτη ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού οργάνου), επηρεαζόμενη και αυτή από την βαρυτική διαταραχή, θα «κεντραριζόταν» και θα μέτραγε το οριζόντιο επίπεδο κάπου στις 45 μοίρες ανηφορικής κλίσης (και λίγο παραπάνω, αφού τα αυτοκίνητα δε θα έμεναν ακίνητα αλλά θα κυλούσαν στην κλίση αυτή), οπότε, ακόμα και η εξωφρενική αυτή διαταραχή θα αποδιδόταν σε οφθαλμαπάτη. Και δεν έχει σημασία αν στην όλη μεθοδολογία υποσημαίνει κανείς τις νοητές ευθείες με μεζούρα, με καλούμπα τεντωμένου σπάγκου, με LASER ή με PHASER, ούτε αν η ανάλυση των μετρήσεων γίνεται με το μάτι, με υπολογιστή ή με αβάκειον. Είναι η μέθοδος που πάσχει, και όχι η ακρίβεια των μετρήσεων. Ποτέ η μέθοδος αυτή δε θα επιβεβαίωνε καμία βαρυτική διαταραχή, όσο ισχυρή κι αν ήταν, διότι το σκεπτικό της όλης μεθόδου βασίζεται στην εκ των προτέρων παραδοχή ότι δεν υπάρχει βαρυτική διαταραχή. Για να τελειώνουμε, η χρήση θεοδόλιχων, χωροβατών, LASER και λοιπών τοπογραφικών οργάνων έχει τόση σχέση με τη διαπίστωση βαρυτικών διαταραχών όση ακριβώς σχέση έχουν και τα ρυμουλκά με την κομμωτική.

 

Εφόσον δεν έχει γίνει κατάλληλη μέτρηση, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι κατά πόσο ο «βαρυτικός δρόμος» της Πεντέλης (3ο προς 4ο χιλιόμετρο του δρόμου από Παλιά Πεντέλη προς Νέα Μάκρη) είναι πράγματι «βαρυτικός» ή όχι. Διόλου απίθανο να πρόκειται και για οφθαλμαπάτη. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι για να αποκαλυφθεί μια πιθανή βαρυτική διαταραχή σε οποιονδήποτε τόπο απαιτούνται συγκεκριμένες, βασικές γνώσεις, καθώς και τα κατάλληλα όργανα από την πλευρά εκείνου που διενεργεί την μέτρηση. Στις περιπτώσεις των βαρυτικών δρόμων της Ιταλίας και της Πολωνίας, για παράδειγμα (http://www.fosar-bludorf.com/archiv/rocca_eng.htm), έγιναν μετρήσεις με βάση την περίοδο ταλάντωσης ενός εκκρεμούς (όσο πιο ισχυρή είναι η βαρυτική έλξη σε έναν τόπο, τόσο πιο σύντομη είναι η περίοδος ταλάντωσης ενός εκκρεμούς σταθερής μάζας και μήκους νήματος). Η μέθοδος αυτή, αν και όχι επαρκώς ακριβής για λεπτομερείς και αναλυτικές μετρήσεις, είναι ωστόσο επιστημονικά αποδεκτή και επαρκής για την απλή διαπίστωση βαρυτικών διαταραχών (στις προαναφερθείσες περιπτώσεις μετρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην περίοδο ταλάντωσης του εκκρεμούς). Μία παραλλαγή της παραπάνω αρχής για τη μέτρηση της βαρύτητας αποτελεί και η προσαρμογή ενός βαριδίου γνωστής μάζας στην άκρη ενός ελατηρίου και η μέτρηση της τάσης που αναπτύσσεται στο ελατήριο λόγω της βαρύτικής έλξης. Αυτή είναι και η βασική αρχή λειτουργίας των περισσότερων βαρυτομέτρων.

 

Στην Ελλάδα είναι δύσκολη η πρόσβαση σε βαρυτικά δεδομένα, καθώς το υπάρχων νομικό πλαίσιο δεν ευνοεί κάτι τέτοιο. Και είναι λογικό να συμβαίνει αυτό, δεδομένης της εμπορικής αξίας των σχετικών μετρήσεων (εντοπισμός πετρελαίου, ορυκτών κλπ.). Για το θέμα, πάντως, της βαρυτικής χαρτογράφησης της Γης υπάρχει ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον παγκοσμίως. Η NASA, για παράδειγμα, είχε θέσει μεταξύ 2002 και 2012 σε εφαρμογή το πρόγραμμα "GRACE" (Gravity Recovery and Climate Experiment), κατά το οποίο, μέσω δύο δορυφόρων σε τροχιά γύρω από τη Γη, μετρήθηκαν βαρυτικά, γεωμαγνητικά και τοπογραφικά δεδομένα «ευρείας περιοχής» και διακριτικής ικανότητας –απόστασης δηλαδή μεταξύ μετρώμενων σημείων– 300 χιλιομέτρων (http://rst.gsfc.nasa.gov/Intro/Part2_1b.html, http://news.bbc.co.uk/1/hi/sci/tech/1668872.stm).

 

Βαρυτική χαρτογράφηση της Γης σύμφωνα με το πρόγραμμα "GRACE".

 

Τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με την Πεντέλη;

 

Περιμένετε. Η ιστορία αυτή είναι πολύ μπερδεμένη, και θα πρέπει να ξεκαθαριστούν αρκετά πράγματα ακόμη. Είναι, όμως, ευκαιρία στο σημείο αυτό να πούμε και δυο λόγια για το "Θαλάσσι".

 

Στη θέση, λοπόν, όπου σήμερα βρίσκεται το ποδοσφαιρικό γήπεδο του Δήμου Νέας Πεντέλης, κατά το παρελθόν υπήρχε μία μικρή λίμνη, το "Θαλάσσι" (ή "Θάλωσσι" ή "Βουλισμένη" ή "Βουνολιμένι" ή "Μεταξάτα"), όπου μάλιστα, σύμφωνα με τον Δ. Καμπούρογλου, η δούκισσα της Πλακεντίας συνήθιζε να κάνει βαρκάδα τα βράδια, ολομόναχη μέσα σε μια μικρή βαρκούλα. Ανέφερε συγκεκριμένα ο γνωστός ιστορικός και χρονικογράφος (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Ούτε ίχνος δεν υπάρχει πλέον από την ωραίαν αυτήν βαρκούλαν με τα κομψά κουπιά, που την ωδηγούσε μόνη της το βράδυβράδυ και παρεδίδετο εις τα όνειρα της, ενώ η νεροχαιλώναις την εβαυκάλιζαν με το τρεμουλιαστόν τους παράπονον».

 

Σύμφωνα, τώρα, με τον Κ. Χασάπη, διατελέσαντα διευθυντή του Αστεροσκοπείου Πεντέλης: «Υπάρχουν αρκεταί και ικαναί ενδείξεις ότι μεταιωρικός κρατήρ δυνατόν να είναι και ο παρά την Νέαν Πεντέλην και εις απόστασιν ολίγων εκατοντάδων μέτρων από της δημοσίας οδού ευρισκόμενος κρατήρ, το εσωτερικόν του οποίου καλύπτεται περιοδικώς υπό υδάτων, μεταβαλλόντων αυτόν εις μικράν λίμνην (αναφέρεται στο Θαλάσσι).» ("Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου", τόμος 13, σελίδα 436). Το ενδεχόμενο μια βαρυτική διαταραχή της Πεντέλης να επηρέασε την τροχιά του πιθανολογούμενου μετεωρίτη (κατά τον Κ. Χασάπη) ώστε αυτός να πέσει στο σημείο όπου δημιουργήθηκε το Θαλάσσι θα πρέπει να αποκλειστεί. Οι μετεωρίτες φτάνουν στην ατμόσφαιρα της Γης έχοντας αποκτήσει κατά τη διαδρομή τους στο διάστημα απίστευτη κινητική ενέργεια και ταχύτητες που ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα ανά ώρα. Καμία βαρυτική διαταραχή δε θα μπορούσε να εκτρέψει την πορεία ενός τόσο γρήγορα κινούμενου σώματος, ούτε καν κατά λίγα μέτρα.

 

Η πιθανότητα, πάντως, το βαθούλωμα της λίμνης του Θαλασσίου να αντιστοιχούσε σε μετεωρικό κρατήρα, την οποία εξέφρασε ο Κ. Χασάπης, είναι από μόνη της ενδιαφέρουσα όσο και γοητευτική, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με μερικά άλλα στοιχεία και σχετικές παραδόσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους παλιούς κατοίκους της Πεντέλης, το Θαλάσσι γέμιζε με νερά της βροχής αλλά και με υπόγεια, όπως φαίνεται, ύδατα του υδροφόρου ορίζοντα του βουνού, ενώ κατά περιόδους άδειαζε ξαφνικά και αδικαιολόγητα. Πολλοί άνθρωποι είχαν πνιγεί στη μικρή –διαμέτρου 100 περίπου μέτρων– και αβαθή αυτή λίμνη, και το γεγονός αυτό είχε αποδοθεί από τους κατοίκους στην ύπαρξη ρουφηχτρών στα νερά της, ενώ είχε αποκτήσει και τη φήμη στοιχειωμένου τόπου, περιβαλλόμενη από διάφορους σχετικούς θρύλους.

 

Η μικρή λίμνη του Θαλασσίου, όπως ήταν παλιά.

 

Η λίμνη μπαζώθηκε το 1964. Όμως, παρά το μπάζωμα αυτό και τη μετατροπή της έκτασης της σε πρόχειρο γήπεδο ποδοσφαίρου, ο χώρος εξακολούθησε να πλημμυρίζει από υπόγεια ύδατα και νερά της βροχής.

 

Το πλημμυρισμένο γήπεδο του Θαλασσίου μετά το πρώτο μπάζωμα της λίμνης, το 1964.

 

Έτσι, η περιοχή της λίμνης ξαναμπαζώθηκε το 1981 και αναπλάστηκε εκ νέου σε ποδοσφαιρικό γήπεδο.

 

Το Θαλάσσι στις μέρες μας.

 

Συγκεκριμένα, για το Θαλάσσι αναφέρονται τα ακόλουθα.

 

Από φυλλάδιο του Δήμου Νέας Πεντέλης (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Στην κοινότητα υπάρχουν: ένα Δημοτικό Σχολείο, το Σχολείο μας, ένα νηπιαγωγείο, ένας παιδικός σταθμός, ένα Γυμνάσιο και ένα Λύκειο. Έχει 4 πλατείες: την κεντρική πλατεία, την πλατεία Κύπρου, την πλατεία Στρ. Αλ. Παπάγου και την πλατεία Αγ. Σίλα. Έχει επίσης δύο πανέμορφα άλση. Επίσης το καμάρι μας, το λόφο του προφήτη Ηλία με το «Θάλωσι ή Θαλάσι» το σημερινό γήπεδο, τη «μαγεμένη λίμνη» όπως την έλεγαν οι παλιότεροι. Να τι μας είπε ο κος Ταχριλτζίδης: «Την έλεγαν μαγεμένη, γιατί κατά μυστηριώδη τρόπο κάθε 4 χρόνια τα νερά της «τραβιούνταν» και αποκαλύπτονταν ο βυθός της με τα πάμπολλα φύκια. Μ' αυτά τα μικρά παιδιά έχτιζαν σπιτάκια. Εκεί έκαναν μπάνιο οι άνθρωποι. Η λίμνη είχε μια καταπληκτική ακουστική. Εκεί δίνονταν συναυλίες. Έλεγαν πως είχε και ρουφήχτρες. Τώρα έχει μπαζωθεί. Το πρώτο μπάζωμα έγινε το 1964 και το δεύτερο το 1981. Σήμερα στη θέση αυτή βρίσκεται το γήπεδο ποδοσφαίρου.»

 

Από τα πρακτικά ιστορικού και λαογραφικού συμποσίου του 1981, με θέμα την ιστορία και τις παραδόσεις της Πεντέλης (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Ένα απ' τα παράξενα της Πεντέλης είναι ότι είχε κάποτε, ακόμη μέχρι εδώ και μισό αιώνα λίμνη. Μάλιστα, αγαπητοί μου! Λίμνη μικρή βέβαια και όχι βαθιά. Λεγόταν Θάλωσι ή Θαλάσσι και βρισκόταν ελάχιστα χιλιόμετρα δυτικότερα της Νέας Πεντέλης. Σήμερα, δεν ξέρω αν υπάρχει ή γεμίζει η λίμνη με νερό, ύστερ' από βροχές. Ούτε την είχα δει. Όμως έχω ακούσει γι' αυτή. Περιβάλλεται με θρύλους. Ότι ήταν γιομάτη από λάμιες και νεράϊδες. Λίμνη κακιά, αφού καταπίνει ή πνίγει ανθρώπους. Έτσι τουλάχιστο μου αφηγήθηκαν παλιοί τσοπάνηδες του χωριού μου, ο γέροΜιστόκλης ο Σπανός κι ο Χρήστος Μεγαγιάννης.»

 

Αυτά, όσον αφορά το Θαλάσσι. Ας επανέλθουμε, όμως, στη συζήτηση μας, γιατί ξεφύγαμε ελαφρώς από το θέμα της παρούσας ενότητας. Και έχουμε πολλά να δούμε και να πούμε ακόμη πριν φτάσουμε στην ουσία της.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ