ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Η αδελφότητα της σπηλιάς (μέρος ΙΗ')

 

 

Το 1835, ο Άγγλος Charles Greenstreet Addison είχε ξεκινήσει μία περιοδεία στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Συρία. Οι εντυπώσεις του από την περιοδεία αυτή περιγράφονται στο βιβλίο "Damascus and Palmyra: A journey to the East". Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και ένα απόσπασμα σχετικό με μία επίσκεψη στη σπηλιά της Πεντέλης (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

Η περιγραφή του Charles G. Addison από την επίσκεψη του στη σπηλιά.

 

 

6 Μαΐου – Ιππεύσαμε προς το βουνό της Πεντέλης και τα λατομεία μαρμάρου, τα οποία είναι προσπελάσιμα μέσω ενός κακοτράχαλου μονοπατιού που προχωράει ανάμεσα σε χαμόκλαδα και χαμηλούς αειθαλείς θάμνους. Μαρμάρινοι βράχοι, τμήματα των οποίων έχουν λατομηθεί, υψώνονταν τριγύρω, και εκεί μέσα έχουν δημιουργηθεί σπήλαια και υπόγεια περάσματα, στα οποία εισήλθαμε υπό το φως πυρσών. Λεπτές κολώνες υποστηρίζουν την οροφή (προφανώς, αναφερόταν σε σταλακτιτικές στήλες) και για τα σπήλαια αυτά τρέφουν μεγάλη ευλάβεια οι Έλληνες, επειδή είχαν χρησιμεύσει ως ησυχαστήρια των παλαιών χριστιανών. Είναι αξιοθαύμαστο το πώς οι τεράστιοι όγκοι μαρμάρου κατεβάστηκαν από το τραχύ αυτό βουνό και μεταφέρθηκαν στις υπερυψωμένες θέσεις τους στην Ακρόπολη, όπου τους βλέπουμε σήμερα.

 

 

Τα υπόγεια περάσματα, λοιπόν, αλλά και η υπό μορφή προφορικής παράδοσης ανάμνηση των παλαιών χριστιανών («primitive Christians», στο πρωτότυπο κείμενο) που είχαν κατοικήσει στο χώρο διατηρούνταν ακόμα την εποχή της επίσκεψης του Addison, κάπου δυόμισι αιώνες μετά την ίδρυση της μονής Πεντέλης και την τελική ερήμωση της μονής της σπηλιάς.

 

Την ίδια περίπου χρονιά με την επίσκεψη του Addison, κάπου μεταξύ 1834 και 1835, είχε πραγματοποιηθεί και η επίσκεψη του Αμερικανού John Lloyd Stephens στην Πεντέλη και τη σπηλιά.

 

Ο John L. Stephens, δικηγόρος στο επάγγελμα (http://www.panamarailroad.org/stephens.html).

 

H σχετική περιγραφή περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Incidents of Travel in Greece, Turkey, Russia and Poland" (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

Η περιγραφή του John L. Stephens από την επίσκεψη του στη σπηλιά.

 

 

Στους πρόποδες του βουνού, μεταξύ αυτών και της Πεντέλης, υπήρχε ένα μεγάλο μοναστήρι (μονή Πεντέλης), όπου βρισκόταν εγκατεστημένη μία αδελφότητα μοναχών. Μπήκαμε και περπατήσαμε στο εσωτερικό του, όμως δε βρήκαμε κανέναν να μας υποδεχτεί. Σε έναν παρακείμενο αγρό είδαμε έναν από τους μοναχούς, από τον οποίο πήραμε οδηγίες για το πώς θα φτάναμε στα λατομεία. Προχωρώντας στους πρόποδες του βουνού, του οποίου η μυτερή κορφή υψώνεται ως τα σύννεφα, αρχίσαμε να ανηφορίζουμε, και σύντομα συναντήσαμε τα πετρώματα υπέροχου λευκού μαρμάρου για τα οποία το βουνό της Πεντέλης τιμάται εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εξορύξεις φαίνεται να έχουν γίνει καθ' όλο το μήκος της διαδρομής, και στα πλάγια του (αρχαίου) δρόμου υπήρχαν ογκόλιθοι και ίχνη που δημιουργήθηκαν από την τριβή των βαρέων μαζών (μαρμάρου) που μεταφέρθηκαν στην Αθήνα. Τα μεγάλα λατομεία βρίσκονται προς την κορυφή. Η επιφάνεια (του βράχου) έχει κοπεί κάθετα και λεία, περί τα ογδόντα με εκατό πόδια σε ύψος και εκατόν πενήντα με διακόσια πόδια σε πλάτος (αναφέρεται στο χώρο έξω από τη σπηλιά), ενώ έχουν γίνει εξορύξεις άγνωστης έκτασης. Ολόκληρες πόλεις θα μπορούσαν να έχουν κτιστεί με το υλικό που έχει αφαιρεθεί, παρόλα αυτά, σε σύγκριση με ό,τι έχει απομείνει, είναι σαν να μη λείπει τίποτα. Μπροστά υπάρχουν είσοδοι προς έναν μεγάλο θάλαμο (αναφέρεται στον κυρίως χώρο της σπηλιάς), σε μια γωνιά του οποίου, δεξιά, υπάρχει ένα παρεκκλήσι (αναφέρεται στα εκκλησίδια της σπηλιάς) με την αγιογραφία της Παρθένου, για να δέχεται τις προσευχές των Ελλήνων. Παραμέσα υπάρχουν αχανή νοτερά σπήλαια, όπου η πλατιά οροφή εκτείνεται σε πολύ μεγάλη έκταση πάνω από το κεφάλι, στολισμένη με κρεμάμενους κούφιους σωλήνες, σαν παγοκρυστάλλους, ενώ ένα μικρό διαυγές ρυάκι που αφήνει στο διάβα του κρυσταλλικές εναποθέσεις σταλάζει γλείφοντας το βράχο. Στη μία πλευρά υπάρχουν μικροί, συγκοινωνούντες μέσω υπόγειων οδών θάλαμοι, που αναμφίβολα θα χρησιμοποιήθηκαν ως καταφύγια κατά τη διάρκεια της επανάστασης (του 1821) ή ως λημέρια ληστών. Οστά ζώων και μαυρισμένες από καπνό πέτρες έδειχναν ότι μέχρι πρόσφατα κάποιο μέρος τους είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος διαμονής. Οι εκτεταμένες εξορύξεις τριγύρω, όγκοι μαρμάρου που κείτονται όπως έπεσαν –μπορεί και δύο χιλιάδες χρόνια πριν– και τα ίχνη που μαρτυρούν αλλοτινές σκηνές έντονης δραστηριότητας και μόχθου, έρχονται σε έντονη αντίθεση με την απομόνωση και την ερήμωση που επικρατούν πλέον. Προφανώς το σφυρί και το καλέμι δε θα ξανακουστούν ποτέ πια εκεί, μεγαλόπρεποι ναοί δε θα ανεγερθούν, και το σύγχρονο δαιμόνιο δε θα μπορέσει ποτέ –όπως οι Έλληνες των παλαιών καιρών– να κάνει τους αδρούς μαρμάρινους ογκόλιθους να μιλήσουν.

 

 

Ως συνοδευτική της περιγραφής του Stephens, είχε δημοσιευτεί και μία απεικόνιση του προαύλιου χώρου της σπηλιάς.

 

Η συνοδευτική της αναφοράς του Stephens γκραβούρα.

 

Σε αυτή διακρίνονται καθαρά οι πύλες του τείχους, για τις οποίες συζητήσαμε πριν. Η ένσταση εδώ έχει να κάνει με το ότι, σημειολογικά, η συγκεκριμένη απεικόνιση –η οποία δεν υπογράφεται από κάποιον καλλιτέχνη– είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την απεικόνιση που συνόδευε τις περιηγητικές εντυπώσεις του E. Dodwell. Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι η απεικόνιση αυτή αποτελεί κόπια εκείνης που συνόδευε την αναφορά του Dodwell (την αναφορά του Ιρλανδού αρχαιοδίφη, ο οποίος είχε περάσει από τη σπηλιά κάπου μεταξύ 1801 και 1806, θα τη συναντήσουμε στη συνέχεια). Εξάλλου, «καρμπόν» από τη μαρτυρία του Chandler, που είδαμε προηγουμένως, αποτελεί και το τμήμα της περιγραφής από «Παραμέσα υπάρχουν αχανή νοτερά σπήλαια...» έως «...ένα μικρό διαυγές ρυάκι που αφήνει στο διάβα του κρυσταλλικές εναποθέσεις σταλάζει γλείφοντας το βράχο».

 

Είτε υπεύθυνος για τα «δάνεια» αυτά ήταν ο συγγραφέας είτε ο εκδότης του, με σκοπό να εμπλουτιστεί η προς έκδοση ύλη, γεγονός παραμένει ότι η αναφορά του Stephens είναι σημαντική, καθώς σε αυτή γίνεται μνεία, όχι μόνο για υπόγειες διόδους που ένωναν επιμέρους χώρους της σπηλιάς («small chambers communicating with subterraneous avenues»), αλλά και για ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης – βοσκών, το πιθανότερο. Με την ευκαιρία, υπενθυμίζουμε εδώ κάτι που σημειώσαμε στην αρχή της ενότητας, ότι δηλαδή, λόγω της σχεδόν αδιάλειπτης ανθρώπινης παρουσίας στη σπηλιά κατά τους τελευταίους αιώνες, είναι πολύ πιθανό οι συνέχειες ορισμένων από τα ανοίγματα του εσωτερικού της να είχαν φραχθεί ήδη πολύ πριν τα έργα του 1977.

 

 

Οι εντυπώσεις του Addison και του Stephens είναι από τις ελάχιστες που καταγράφηκαν και διασώθηκαν. Άραγε, πόσοι και ποιοι άλλοι περπάτησαν ή σύρθηκαν κατά καιρούς στα υπόγεια περάσματα της σπηλιάς;

 

Όσο για την αδελφότητα της σπηλιάς, σίγουρα τα μέλη της θα είχαν πολλά να διηγηθούν. Κάτοικοι και συνάμα φύλακες του απομονωμένου αυτού τόπου, τα λυχνάρια τους θα είχαν φωτίσει αμέτρητες φορές το εσωτερικό των τούνελ. Και, καθώς δύσεις και δύσεις αιώνων έβρισκαν τους ανθρώπους αυτούς να συγκεντρώνονται ενόψει της επερχόμενης νύχτας, ποιος ξέρει τι συζητήσεις θα είχαν ξεκινήσει μέσα στο σούρουπο... Ασφαλώς, η σπηλιά θα ήταν πρωταγωνιστής και ταυτόχρονα φόντο σε πολλές από τις συζητήσεις αυτές. Γιατί, πώς μπορεί κάποιος που επιλέγει να μονάσει, αφιερώνοντας τη ζωή του σε μια διαρκή επιδίωξη επαφής με το Θείο, να παραμένει αδιάφορος στους αρχετυπικούς υπαινιγμούς και τους συμβολιστικούς ψιθύρους του πολυδαίδαλου σπηλαίου όπου διαδραματίζεται η προσπάθεια του αυτή; Πώς θα μπορούσε το σπήλαιο να μην κυριαρχεί ακόμη και στα όνειρα του, όταν και τα εκκλησίδια όπου λάτρευε τον Θεό βρίσκονταν κτισμένα στο πλατύ του στόμιο – στο μεταίχμιο μεταξύ «έσω» και «έξω»; Και, τι πιο δηλωτικό της επίδρασης αυτής από το γεγονός ότι, μοναδική τοιχογραφία στο Ιερό που κοίταζε προς το βάθος του σπηλαίου, στραμμένη και αυτή προς το βάθος, υπήρχε η μορφή του Αγίου Νικολάου, ο οποίος έφερε την προσωνυμία «η βρύσις των θαυμάτων»...

 

Πέρα από τις αναμενόμενες επιδράσεις των χαρακτηριστικών του τόπου στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, υπάρχουν, όπως συζητήσαμε, και ορισμένες ενδείξεις που υποδηλώνουν μία παρέκκλιση της αδελφότητας της σπηλιάς από το ρεύμα της επίσημης Εκκλησίας. Και είδαμε ότι, κατά ενδιαφέρουσα σύμπτωση και προσθέτοντας μία ακόμη παράξενη πινελιά στον καμβά της μακραίωνης αυτής ιστορίας, πίσω από τη μαρτυρία υπό το ψευδώνυμο Chelebi, το οποίο στην κυριολεξία σήμαινε «ιερέας», κρυβόταν ο Δερβίσης Mehmed Zılli, μυημένος στη μυστικιστική παράδοση των Σούφι.

 

Η αδελφότητα της σπηλιάς...

 

 

Ναι, κάποτε υπήρξε.

 

 

Φ

 

ΑΡΧΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ    ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ    Η ΠΑΛΙΑ ΣΠΗΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΣΤΑΛΑΚΤΙΤΕΣ   Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ    Φ

 

Σε τελική ανάλυση, η μαγεία, η θρησκεία και η επιστήμη δεν είναι τίποτα άλλο παρά συστήματα σκέψης, και, όπως η επιστήμη έχει υποσκελίσει τους προκατόχους της, έτσι μπορεί στο μέλλον και η ίδια να υποσκελιστεί από ένα πιο άρτιο σύστημα σκέψης, ίσως από κάποιον εντελώς διαφορετικό τρόπο θεώρησης των πραγμάτων –έναν διαφορετικό τρόπο καταγραφής των σκιών που σχηματίζονται στο παραβάν– τον οποίο εμείς, στη γενιά μας, δεν μπορούμε καν να υποψιαστούμε.

 

Sir James Frazer, "The Golden Bough" – "Ο Χρυσός Κλώνος"

 

Από το μακρινό και αχνό παρελθόν μεταφερόμαστε στο παρόν, επιχειρώντας τώρα να ακολουθήσουμε την άκρη ενός νήματος που φτάνει ως τις μέρες μας. Δεν υπάρχει τρόπος να είμαστε βέβαιοι για το κατά πόσο το νήμα αυτό εμπλέκεται με το μπερδεμένο κουβάρι της ιστορίας της αδελφότητας της σπηλιάς. Εκείνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι ότι εμπλέκεται με το κουβάρι της δικής μας αναζήτησης γύρω από αυτή.

 

Έτσι λοιπόν, παραβαίνοντας εν μέρει τον σχετικό κανόνα, στα όσα ακολουθούν θα αναφερθούμε, ακροθιγώς έστω, και σε ορισμένες από τις προσωπικές πτυχές της δικής μας έρευνας. Υπάρχουν παράξενες αντανακλάσεις εκεί – αντανακλάσεις από την άλλη πλευρά του καθρέφτη.

 

Αλλά, ας ξεκινήσουμε πρώτα από τα χειροπιαστά και «προσγειωμένα».

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ