Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

 

 

 

 

Ανάμεσα σε μια ανατολή... (και σε μια δύση)

Ανηφορίζοντας.

Συνοψίζοντας τα όσα έχω αναφέρει σχετικά με το πιθανό υπόβαθρο κάποιων παράδοξων και μυστηριωδών υποκειμενικών εμπειριών, υπενθυμίζω:

Όλοι έχουμε παρατηρήσει ότι φεύγοντας από το συνηθισμένο μας περιβάλλον αισθανόμαστε κάπως διαφορετικά. Συχνά εμφανίζεται ένα αίσθημα ότι παρατηρούμε τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι από τη γνώριμή μας θέση της ταύτισης αλλά σαν από κάπου βαθύτερα. Όταν η απομάκρυνση είναι σημαντική, τόσο σε συνθήκες (στρατός, νοσοκομείο, κ.λπ.) όσο και σε διάρκεια χρόνου, επιστρέφοντας στον οικείο μας χώρο αισθανόμαστε περίεργα, και μπορεί να περάσουν ημέρες για να επανέλθουμε στο γνωστό μας εαυτό. Κατά κανόνα δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το τι ακριβώς μας φαίνεται αλλιώτικο, υπάρχει όμως μια γεύση αποξένωσης, φανερή έλλειψη προσαρμογής και συχνά ένα αίσθημα μελαγχολίας.

Στην έρημο της Πεντέλης.

Αυτό συμβαίνει επειδή στο καθημερινό μας περιβάλλον η διαρκής επανάληψη των συνηθειών μας και οι δοσοληψίες με τους ίδιους πάνω-κάτω ανθρώπους σχηματίζουν ένα πλέγμα το οποίο μας αποκοιμίζει· δε χρειάζεται η εντατική προσοχή μας για ν' αντεπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της ημέρας, όλα είναι μια προβλέψιμη ρουτίνα, και η ανταπόκρισή μας αυτόματη και ικανοποιητική. Φανταστείτε τώρα κάποια γνήσια παιδιά της πόλης να βρεθούν ξαφνικά σε μια σπηλιά, σε τόπο δηλαδή που δεν έχει τίποτε κοινό με το συνηθισμένο τους περιβάλλον. Οι μηχανικές ανταποκρίσεις διακόπτονται απότομα, οι ενισχυτικοί καθρέφτες των συνηθειών δεν υπάρχουν πια, με αποτέλεσμα να υπάρχει αποδιοργάνωση, αστάθεια και φυσικά το επακόλουθο αίσθημα ότι δεν είμαι ο εαυτός μου!

Επομένως, κάθε φορά που έχουμε "μετακινηθεί" −ακόμη κι αν δεν έχουμε μετατοπιστεί, αρκεί να μας έχει συμβεί κάτι εξαιρετικό− αντιλαμβανόμαστε πράγματα που πάντα υπήρχαν εκεί, όμως ήταν απρόσιτα για τη συνήθη μας κατάσταση. Πόσο μάλλον όταν η "αλλαγή συχνότητας" συνοδεύεται και από όντως πρωτόγνωρο υλικό, που επιφέρει περαιτέρω "μετακίνηση".

Δε χρειάζεται να είναι κάποιος αλλοπαρμένος, μέχρι κι ο Φρόιντ μπροστά στην Ακρόπολη "τα χρειάστηκε"!

 

«Ο Φρόιντ βίωσε ένα έντονο συναπάντημα με την αποπραγματοποίηση, όταν επισκέφτηκε την Ακρόπολη σ' ένα ταξίδι του στην Αθήνα το 1904. "Ώστε όλα αυτά υπάρχουν, ακριβώς όπως τα μάθαμε στο σχολείο!" έγραψε περίπου 30 χρόνια αργότερα σε μια ανοιχτή επιστολή προς το συγγραφέα Ρομέν Ρολάν. Εκεί ο Φρόιντ εξήγησε πως εκείνη τη μέρα τον είχε κυριέψει "μια πρόσκαιρη προσβολή αποπραγματοποίησης". Παρόλο που διάβαζε επί χρόνια για τα περίφημα ερείπια, και ήξερε πως υπήρχαν πραγματικά, το να τα βλέπει από κοντά αποδείχτηκε για κάποιο λόγο δυσβάστακτο. Ο Φρόιντ αναγνώριζε την αληθινή του παρουσία εκεί, αλλά παραδόξως του ήταν δύσκολο να την προσλάβει ως πραγματική». (Daphne Simeon - Jeffrey Abugel, Feeling unreal, p. 11, βλ. και Open letter to Romain Rolland on the Occasion of his Seventieth Brithday, 1936, όπου ο Φρόιντ δίνει μια μάλλον άστοχη ερμηνεία της εμπειρίας του, αποδίδοντάς τη σε ενοχές επειδή ξεπέρασε σε επιτεύγματα τον πατέρα του)

 

Νομίζω πως αρκούν τα παραπάνω για να εξηγηθούν όσα εντυπωσίασαν τον Μπαλάνο κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις του στη Σπηλιά το 1969 (τα είπαμε εν εκτάσει από εδώ μέχρι το τέλος του κεφ. Αξιοσημείωτα φαινόμενα ή πλάνες;). Επόμενο είναι άλλα να προγραμματίζεις στο σπίτι σου και άλλα να κάνεις στη Σπηλιά, εφόσον δεν είσαι πια ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος. Και όχι μόνο αυτό· όταν γυρίσεις σπίτι σου και επανέλθεις στα συνήθη, μαζί με το απολεσθέν αίσθημα χάνεις και όσα αντελήφθης, διότι συμπαρασύρονται αφού είναι προϊόντα μιας άλλης κατάστασης. Όπως δηλαδή, ξυπνάς από μεθύσι και δε θυμάσαι τίποτε από τα κατορθώματά σου· και αυτά που σου διηγούνται οι άλλοι φαίνονται τόσο ξένα ώστε δεν ξέρεις αν πρέπει να τα πιστέψεις.

Ας το δούμε και από την άλλη μεριά: αν εμείς παραμένουμε "αμετακίνητοι", και συμβεί κάτι εντελώς έξω από τις παραστάσεις δια των οποίων καθοδηγείται η αντίληψή μας, τότε απλώς δεν το αντιλαμβανόμαστε.[1] Στην καλύτερη περίπτωση, αν είναι πολύ κραυγαλέο, το μετατρέπουμε αυτόματα σε κάτι γνωστό.

Αυτά τα πράγματα είναι πλέον αποδεδειγμένα επιστημονικά και ευρέως παραδεκτά εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα:

 

«Αν δε βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι, τι είδους κόσμο βλέπουμε; Αυτό το ερώτημα προσεγγίστηκε όχι μόνο από ψυχολόγους αλλά και από βιολόγους που, προσπαθώντας να ανακαλύψουν τη φύση της συνειδητότητας στα ζώα, υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν ότι κάθε πλάσμα βλέπει μόνο ό,τι το ενδιαφέρει· για κάθε τι άλλο φαίνεται να είναι τυφλό. (...) Με άλλα λόγια, ένα έμβιο ον ανταποκρίνεται μόνο σε εκείνα τα ερεθίσματα που ταιριάζουν με τις ανάγκες και τις ικανότητές του». (Esther Harding, The I and the Not I, p. 17, 18)

Μπορεί να αλληλοκοιταζόμαστε με τον μικρό αυτό "εξωγήινο" (μάντις, "αλογάκι της Παναγίας", στον Κοκκιναρά), αλλά δε ζούμε στον ίδιο κόσμο.

Παρότι ο ορίζοντας του ανθρώπου είναι πολύ ευρύτερος, τα παραπάνω ισχύουν για τον καθένα μας: ό,τι δεν ανήκει ήδη στην προσωπική μας σφαίρα [2] πολύ δύσκολα γίνεται αντιληπτό, αλλά και τότε παραποιείται αναλόγως. Αντιθέτως, οι προσδοκίες μας προετοιμάζουν το έδαφος για την πραγματοποίησή τους.

Ύστερα από όλα αυτά που αναφέραμε, εύκολα βγαίνει το συμπέρασμα ότι τίποτε το παράξενο ή υπερφυσικό δε συμβαίνει αποκλειστικά στη Σπηλιά. Οπωσδήποτε, δεν υφίσταται κανένα από τα προβαλλόμενα μυστήρια. Πριν ηχήσει το καβαφικό «Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς μυστήρια;» μήπως υπάρχει κάτι να πιαστούμε;

Όμως, αν αφαιρέσουμε τα όσα ξεδιάλυνα, τι μένει; Αναπόδεικτοι ισχυρισμοί για μη επαναλήψιμα φαινόμενα, για μη επαληθεύσιμα γεγονότα, για καταστάσεις ανεξακρίβωτες και μη προσεγγίσιμες πια. Δηλαδή, δε μένει τίποτε!

Ωστόσο, παραφράζοντας τώρα τον Γαλιλαίο, αναφωνώ: και όμως μένει!

Και πρώτα-πρώτα μένει η διαχρονική γοητεία του ζητήματος, πράγμα μη ευκαταφρόνητο. 'Αλλωστε, η παροιμία λέει πως όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά.

Ο Μπαλάνος, βέβαια, έκανε  −και έπαθε−  το εξής: όταν οι υποκειμενικές του εμπειρίες κοινοποιήθηκαν, δημιούργησαν συντεταγμένες εντός των οποίων παγιδεύτηκε η προσοχή και των άλλων. Αυτόματα, το κάθε τι έμπαινε στην κλίνη του Προκρούστη:  ό,τι  περίσσευε κοβόταν και ό,τι  έλειπε τεντωνόταν. Έτσι, επιστρέφοντας οι εκπομπές του στην αφετηρία τους είχαν αποκτήσει μια (ψευδο) αντικειμενικότητα. Η πεποίθησή του ισχυροποιήθηκε τόσο που ασχολούμενος περαιτέρω με το θέμα, ειδικά όσον αφορά τη γνωστοποίησή του, το "εμψύχωσε".[3]

Περιγράφει πολύ καλά (βλ. Πέρα από το Αίνιγμα της Πεντέλης, σ. 410-15) μια αναλογία της τεχνικής που ο ίδιος χρησιμοποίησε (συνειδητά, ημισυνείδητα ή ασυνείδητα, αυτός ξέρει) και δημιούργησε το τρέχον "Gestalt" της Σπηλιάς.[4] Ήρκεσαν ελάχιστες ολιγόλογες φράσεις διεσπαρμένες, κάπως εμβόλιμα, στα γραπτά του. Για όποιον είχε επισημάνει την πρώτη αναφορά-νύξη ήταν απόλαυση, σκέτη μαγεία, να ανακαλύπτει στο επόμενο βιβλίο τη δεύτερη που παρεξέτεινε την αρχική και συντηρούσε το μαγνητισμό του θέματος. Αυτή η τεχνική είναι σε χρήση από καταβολής κόσμου, και πασίγνωστα κείμενα πρέπει να διαβάζονται αναλόγως. Πρόκειται για το γνωστό «ολίγον εδώ, ολίγον εκεί...», και όποιος διακρίνει τα κομμάτια της κατακερματισμένης πληροφορίας μπορεί να την ανασυνθέσει. Κατά κανόνα δεν υποκρύπτεται πρόθεση να ταλαιπωρηθούν οι ρέκτες του είδους· συχνά "λόγοι ασφαλείας" το επιβάλλουν. Όμως το κυριότερο έγκειται στην ίδια τη διεξαγωγή της έρευνας, στην ανακάλυψη και στη συνακόλουθη βαθιά ικανοποίηση: είναι μια μεταμορφωτική διαδικασία.

Αν η Αεροπορία δεν είχε κάνει την άτυχη επιλογή της Σπηλιάς για τις εγκαταστάσεις της, πιθανότατα το Gestalt να μην είχε δημιουργηθεί στη σημερινή του έκταση και το θέμα να παρέμενε σε στενό κύκλο. Όμως η σύνδεση του υποθετικού προϋπάρχοντος μυστηρίου με τα έργα έκανε τη Σπηλιά πασίγνωστη. Εστιάστηκε η προσοχή χιλιάδων ανθρώπων συντονισμένη στο «κάτι συμβαίνει εκεί», και τα έργα λειτούργησαν ως τεκμηρίωση αυτής της πίστης.[5]

Με κόπο και χρόνο τέθηκε σε λειτουργία ένας μηχανισμός, ο οποίος τώρα έχει ανεξαρτητοποιηθεί από τους γεννήτορές του παράγοντας αποτελέσματα που αλλάζουν ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα. Κι αν κάποιο εξάρτημα φύγει απ' τη μέση, σύντομα βρίσκεται αυτομάτως το ανταλλακτικό.

Εφόσον δεχόμαστε το υπαρκτό του αποτελέσματος, δεν έχουν τόση σημασία τα λόγια που χρησιμοποιούμε για να βρούμε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την παραγωγή του (οι οποίες εξηγήσεις μπορεί να απέχουν πολύ από την ενδεχομένως απρόσιτη αλήθεια). Να μια διαφορετική διατύπωση:

 

«Η διυποκειμενικότητα μπορεί να οριστεί σαν μια συνειδησιακή αλληλεπίδραση, η οποία λαμβάνει χώρα στο ομαδικό ασυνείδητο. Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Καστανέντα αφορά την Αμερική και αναφέρεται στο Λευκό Οίκο. Λέγοντας οι κάτοικοι των ΗΠΑ συνεχώς "Λευκός Οίκος", δημιουργούν μια αυτόνομη ισχυρή οντότητα, πέρα από το συγκεκριμένο κτίριο, το όνομα ή τον εκάστοτε πρόεδρο που κατοικεί εκεί. Με αυτό τον τρόπο ο Λευκός Οίκος αποκτά μια μεταφυσική και υπέρθεη διάσταση που δεν έχει από μόνος του. Από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα πως όταν έχουμε μια συμφωνία, μια συνομολόγηση από πολλούς μαζί ανθρώπους, το αντικείμενο της συνομολόγησης αποκτά τεράστια δύναμη. Αυτή η συνομολόγηση γίνεται άλλοτε συνειδητά, όπως μεταξύ δυο ανθρώπων που επιβεβαιώνουν την αγάπη τους ο ένας για τον άλλον, και άλλοτε μη συνειδητά. Στα παραδείγματα που χρησιμοποιεί ο Καστανέντα, η συνομολόγηση γίνεται στο ομαδικό υποσυνείδητο, στο οποίο μετέχουμε όλοι. Στα σημεία που συναντώμεθα και συμφωνούμε, αυτά δυναμώνουν, αποκτώντας ανεξάρτητη ισχύ. Από τη άλλη μεριά, αν συμφωνήσουμε να αποσύρουμε την υποστήριξή μας από ένα κοινό τόπο του ομαδικού ασυνειδήτου, τότε αυτός κλονίζεται και καταρρέει. Έτσι εξηγούνται απότομες ιστορικές αλλαγές, όπως η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ή οι πιο πρόσφατες στις χώρες του ανατολικού μπλοκ». (Σπύρου Μαργέτη: Συνάντηση με τον Κάρλος Καστανέντα, Ανεξήγητο, τ. 110, σ. 109, Μάρτιος 1996)

 

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το τι ήταν η Σπηλιά στην προ Μπαλάνου εποχή, απέκτησε στη συνέχεια αυτή την άλλη υπόσταση, που εξακολουθεί να ενισχύεται και να αναπτύσσεται. Η παρακολούθηση αυτής της εξέλιξης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι τα ενδεχόμενα συμπεράσματα θα έχουν εφαρμογή και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ειδικά του παρελθόντος.

Ώστε και μόνο αυτό να παραδεχτούμε ότι συνέβη, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα − και δε θα ήθελα να παρεξηγηθώ ως καθ' έξιν απομυθοποιητής. Αποβλέπω στο παραμέρισμα της επιφανειακής οθόνης, όπου προβάλλονται γριφώδεις παραστάσεις, όχι για να δείξω ότι δεν υπάρχει τίποτε από πίσω αλλά ακριβώς για χάρη του σημαντικότερου που κρύβεται στο παρασκήνιο. Αλλιώς, δε θα διέφερα από τον "έξυπνο" που παρεμβαίνει υπεροπτικά, ας πούμε σε μια συζήτηση κάποιων για την τραγωδία που μόλις παρακολούθησαν: «Τι λέτε, ρε παιδιά; Ποιος Οιδίποδας έβγαλε τα μάτια του; Ο τάδε ηθοποιός ήταν, και δεν τυφλώθηκε· στα ψέματα το έκανε!»

Αλλά δε φτάνει η πίστη ορισμένων ατόμων σε οτιδήποτε για να μαγνητίσει τα πλήθη· πρέπει να συνεργεί και το περιεχόμενο ταιριάζοντας με μύχιες ανάγκες των ανθρώπων, αλλιώς το μήνυμα θα πέσει στο κενό. Δηλαδή, το κάθε τι στην κατάλληλη εποχή, με σωστό χρονικό συντονισμό.

Η άνθηση που έχει η κάθε είδους παραφιλολογία απίθανων μυστηρίων, και η άκριτη αποδοχή της από μεγάλο μέρος του κοινού, δείχνει το πού πραγματικά βρισκόμαστε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο δυτικός άνθρωπος αποκομμένος από τις ρίζες του βρίσκεται σε διαδικασία παραγωγής νέας μυθολογίας. Με μια θρησκεία κλινικά νεκρή, με καμία κοινωνική μύηση, χωρίς οργανωμένη παραδοσιακή διδασκαλία, απροετοίμαστος για την πρόκληση της ζωής και του θανάτου, χωρίς συναισθηματική καλλιέργεια, πώς να μην έχει ανάγκη για το μυστήριο; Διψασμένος, αφού δεν υπάρχει το ζων ύδωρ, θα πιει όποιο υποκατάστατο βρει. Είναι αντιστάθμισμα απόγνωσης στη ρηχότητα της προσωπικής χωρίς νόημα ζωής. Και, φυσικά, οι μύθοι του θα έχουν επιστημονικό επίχρισμα.

Παρότι στα μάτια ενός ανθρώπου που έχει διατηρήσει αδιάσπαστη την επαφή του με το παρελθόν, ο δυτικός άνθρωπος φαίνεται να είναι από αθεράπευτα τρελός έως αφελής κουφιοκέφαλος στην καλύτερη περίπτωση, είναι δευτερεύον το αν μας κινητοποιεί πραγματικό ή νομιζόμενο μυστήριο, διότι το ζητούμενο είναι να μετακινηθούμε εξαιτίας του και να παραμείνουμε στη νέα μας θέση όσο το δυνατόν περισσότερο. Αν τώρα το μυστήριο είναι αυθεντικό τόσο το καλύτερο.[6] Επομένως, τα όσα έγραψα δεν είχαν σκοπό απλώς να αντιπαρατεθούν με προηγηθέντα κείμενα διορθώνοντάς τα, αλλά να καταδείξω με στοιχεία το πώς οι γνώμες, οι απόψεις, η ίδια η πραγματικότητά μας πρέπει να είναι σε διαρκή αναπροσαρμογή.

Αν λοιπόν δεχθώ πως παρουσίασα μια θεωρία (δεν ήταν στην πρόθεσή μου, αν προέκυψε έγινε παρεμπιπτόντως), αυτή ουσιαστικά δεν είχε να κάνει  με τα μυστήρια της Σπηλιάς, αλλά με το γιατί οι άνθρωποι μιλούν για μυστήρια της Σπηλιάς.

Κάποιοι εραστές της Πεντέλης αναρωτιούνται τι είναι αυτό που κάνει τους περισσότερους επισκέπτες να «κολλούν» στη Σπηλιά, ενώ υπάρχουν τόσες ωραίες τοποθεσίες στο βουνό, που λίγοι γνωρίζουν. Μα, η Σπηλιά (ως τέτοια, και όχι μόνον εξαιτίας των θρυλουμένων γι' αυτή) παίζει το ρόλο του καταλύτη για αυθόρμητες προβολές ασυνείδητου ψυχικού υλικού. Τόσοι και τόσοι επιστρέφουν ξανά και ξανά στη Σπηλιά, απορώντας γιατί το κάνουν (πέρα από τις εκλογικεύσεις, που και οι ίδιοι αναγνωρίζουν ως αδύναμες). Θα δανειστώ λόγια πάλι της Μ. Esther Harding:

 

«Έχει παρατηρηθεί πως οι ασυνείδητοι παράγοντες που ενεργοποιούνται από κάποια σύγκρουση στις περιστάσεις της ζωής προβάλλονται εύκολα σε μία εξωτερική μορφή. Η εικόνα με την οποία το άτομο απασχολείται μπορεί να φαίνεται πως δεν έχει καμία άμεση σύνδεση με τη σύγκρουσή του, αλλά αν τραβά την προσοχή του επαρκώς για να του προκαλεί το ενδιαφέρον, ακόμη και να τον γοητεύει, η λίμπιντό του −η ενέργεια των ασυνείδητων περιεχομένων− θα ρεύσει σε αυτή. Το ίδιο το γεγονός πως η εικόνα τον γοητεύει φανερώνει ότι ασυνείδητοι παράγοντες έχουν προβληθεί σε αυτή. Κυνηγώντας το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του, το άτομο πραγματικά αναζητά τον εαυτό του, τα άγνωστα σε αυτό ασυνείδητα περιεχόμενα».[7] (Αυτός και Εγώ, σ. 498)

 

Η Σπηλιά προσφέρει κάτι παραπάνω από οποιαδήποτε εικόνα, κάτι ανεκτίμητο: να εισέρχεσαι σ' αυτή και ταυτόχρονα να καταδύεσαι στα δικά σου ανεξερεύνητα βάθη − πράγμα που λίγοι θα αναλάμβαναν εκουσίως, γιατί ο τρόμος είναι αβάσταχτος, ενώ πιστεύοντας ότι το μυστήριο είναι μόνο εξωτερικό τα σχετικά συναισθήματα ελέγχονται καλύτερα, επειδή υπάρχει η αυταπάτη ότι γλιτώνεις με την απομάκρυνση. Αυτό είναι ένα πολύ χρήσιμο τρικ παράκαμψης και αρκετά ασφαλές. Ύστερα από κάθε εμπειρία, γυρίζεις στο σπίτι σου για επεξεργασία και αποθεραπεία.

Χαρακτηριστική και εύγλωττη είναι η περιγραφή μιας εμπειρίας από τον «Παύλο Χ.» της παρέας του Μπαλάνου (μπήκαν μια νύχτα στη Σπηλιά και άκουσαν θορύβους), που συνοψίζει τα παραπάνω:

 

«Πίστευα πως η αποψινή νύχτα μάς πρόσφερε μια μοναδική ευκαιρία να επιμείνουμε για να εξακριβώσουμε την αιτία του τρόμου μας, άλλωστε αυτή την "επαφή" αναζητούσαμε τόσο καιρό, αλλά ένα καμπανάκι μέσα μου, εδώ και λίγη ώρα, με προειδοποιούσε να μην επιμείνω. (...) Πότε το άγνωστο θα μας έδινε καινούργιο ραντεβού; Αυτό που κατά βάθος ευχόμασταν όλοι ήταν μπροστά μας, όμως η αίσθηση που προκαλούσε ήταν έντονα αποτρεπτική». (Πέρα από το Αίνιγμα της Πεντέλης, σ. 323)

 

Η όλη στάση δηλαδή είναι ίδια μ' εκείνη του θεατή ενός τηλεοπτικού θρίλερ: όσο βρίσκεται στην ασφάλεια του καναπέ του, αφήνει τα επί της οθόνης τεκταινόμενα ν' ανεβάσουν την αδρεναλίνη του, να επιταχύνουν το σφυγμό του, να στεγνώσουν το στόμα του, να τον κάνουν ν' ανατριχιάσει... Δηλαδή, παίζει διεγείροντας εσωτερικούς μηχανισμούς, χωρίς πραγματικό κίνδυνο. Όμως, αν ξαφνικά εισβάλει στο δωμάτιό του η δράση, συμβαίνει "κβαντικό" άλμα τρόμου και... βαστάτε ποδαράκια μου! (αν δεν παραλύσουν τελείως).[8] Εννοείται ότι κι εγώ, ενώ εξέθετα τον εαυτό μου σε πρόσφορες συνθήκες, αν δε συνέβαινε τίποτε γύριζα ανακουφισμένος, κι αν παρουσιαζόταν κάτι ύποπτο ευχόμουν να είχα κάνει λάθος.

   

Για μας, τα παιδιά της πόλης, μια επίσκεψη στην παγωμένη Πεντέλη αρκεί να μας βάλει σε άλλο κόσμο. Αυτή όμως είναι η καθημερινότητα του Εσκιμώου, που θα νιώσει αντίστοιχα το δέος ερχόμενος στη βαρετή μας πόλη.

Στη Σπηλιά, λοιπόν, έχουμε τις προβολές από το ασυνείδητό μας αξεδιάλυτα συνυφασμένες με το αντικειμενικό σκηνικό του χώρου και τους πραγματικούς (ή φανταστικούς) κινδύνους. Αυτή η κατάσταση επιφέρει αντικειμενικά αποτελέσματα πάνω μας.

Ακόμη και οι πολλοί που παπαγαλίζουν μόνο ό,τι  έχουν ακούσει, και τα "παράξενα" που τυχόν παρατηρούν τα κάνει ανεξήγητα η άγνοιά τους, όσο επιμένουν στις επισκέψεις τους αποθηκεύουν αληθινά βιώματα, και ίσως τροποποιηθεί η κλίμακα αξιών τους. Οι λίγοι που έχουν κάποιες συνταρακτικές εμπειρίες απροσδιόριστης προέλευσης, επόμενο είναι αν τις πολυβασανίσουν να μην είναι σίγουροι αν συνέβησαν ποτέ ή «τους φάνηκε». Πάλι δεν έχει τόση σημασία. Το συνοδευτικό αίσθημα είναι το πραγματικό απόκτημα, αλλά έχει αξία μόνο για εκείνον που το ένιωσε και δεν είναι μεταβιβάσιμο. Έτσι κι εγώ απέφυγα να διηγηθώ κάποιες αντίστοιχες δικές μου εμπειρίες, διότι η κοινοποίηση τις απογυμνώνει και τις μικραίνει. 'Αλλωστε, περισσότερο μ' ενδιαφέρει όχι το πώς αλλά το γιατί. Όχι δηλαδή: πώς είναι δυνατόν να συνέβη αυτό, αλλά: τι θέλει να πει; Διότι, λόγου χάρη, το να μην ξέρω ακόμη τους μηχανισμούς παραγωγής ονείρων, δε μ' εμποδίζει να διδάσκομαι από τις πληροφορίες που μου δίνουν.

Τέτοιου είδους εμπειρίες είναι δύσκολο να συμβούν σ' ένα χώρο που οι επισκέπτες παρελαύνουν θορυβωδώς· συμβαίνουν σε συνθήκες μόνωσης, ησυχίας, σιωπής,[9] δηλαδή σε συνθήκες εντελώς ασυνήθιστες για το σημερινό άνθρωπο! Μόνον τότε, έχουμε την ευκαιρία ν' ακούσουμε τα ψιθυρίσματα, απ' όπου και αν προέρχονται. Αδίκως, λοιπόν, απορούν κάποιοι: «Μα, μόνο στους ερευνητές συμβαίνουν όλα;»

Πόσες φορές στη ζωή του ένας συνηθισμένος άνθρωπος σηκώνει το κεφάλι, βλέπει τη Σελήνη, την Αφροδίτη και τον Δία, και συνειδητοποιεί τι βλέπει;

Επομένως, πέρα από το παράδοξο να συζητούν θεωρητικολογώντας για τη Σπηλιά ακόμη και άνθρωποι που δεν την έχουν επισκεφτεί ποτέ ούτε και σκοπεύουν να το κάνουν, αυτό που σίγουρα μένει είναι οι προσωπικές εμπειρίες εκάστου ενασχολούμενου επιτόπια με το θέμα. Ανάλογα με το ποιος είναι ο καθένας θα τις ερμηνεύσει.

Εξαρτάται, λοιπόν, από τον καθένα το αν ωφεληθεί εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία ή κολλήσει σ' ένα φαύλο κύκλο παρερμηνειών.

Αν τώρα ο ίδιος ο χώρος της Σπηλιάς έχει κάτι,[10] το οποίο προξενεί ακόμη μεγαλύτερη διάσταση μεταξύ συνήθους εαυτού και προσωρινά διαταραγμένου,[11] τότε τα παρατηρούμενα γίνονται από ακατανόητα έως εξοργιστικά, και επέρχεται πλήρης σύγχυση. Όταν λέω να έχει η Σπηλιά κάτι, εννοώ σαν αυτό το κάτι του ασανσέρ που επιδρά στους κλειστοφοβικούς, αντικειμενικό μεν αλλά όχι ανεξαιρέτως θεαματικά αποτελεσματικό.

Βέβαια, δε γίνεται να μπαίνεις μέσα στη γη και να μένεις ο ίδιος. Κάθε σπηλιά έχει και κάτι το ιδιαίτερο, μόνο που δεν μπορεί να γίνει χειροπιαστό· μοιάζει περισσότερο με φευγαλέο συναίσθημα, διότι οι ασπίδες μας δεν πέφτουν εύκολα (και καλά κάνουν από μία άποψη). Ο Καστανέντα αναφέρει πως οι προκολομβιανοί μάγοι είχαν παρατηρήσει πως ορισμένες σπηλιές επιδρούσαν απρόβλεπτα στον άνθρωπο αλλοιώνοντας τον τρόπο που μορφώνει το κοσμοείδωλό του. Μπαίνοντας σε κάθε τρύπα που έβρισκαν, συμπέραναν πως η διαφορετική επήρεια οφειλόταν στη γεωμετρία κάθε σπηλιάς, και κατάφεραν να κατηγοριοποιήσουν σχήματα και επιδράσεις. Έτσι, έφθασαν στο σημείο να κατασκευάζουν τεχνητά κοιλώματα επιτυγχάνοντας την επιθυμητή επίδραση.[12]

Πέρα απ' το αν η πληροφορία αυτή είναι ακριβής,[13] φαίνεται πως οι επενέργειες των σπηλαίων είναι όντως αντικειμενικές, αφού η επιστήμη προσπαθεί να τις δικαιολογήσει επικαλούμενη ηλεκτρομαγνητικά πεδία, ιόντα και αέρια. Πράγμα γνωστό εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, αφού μέχρι τις ημέρες μας οι πρωτόγονες κοινωνίες στέλνουν όσους πρόκειται να υποβληθούν σε τελετή διάβασης (π.χ. από την εφηβεία στην ανδρική ηλικία) να προετοιμαστούν παραμένοντας μια νύχτα μέσα σε σπηλιά (ή σε άλλον ερημικό τόπο σε βουνό). Επιπροσθέτως, σ' ένα υποβλητικό χώρο σαν της Σπηλιάς, όπου έζησαν  −προφανώς, και πέθαναν− τόσοι άνθρωποι για πάνω από δύο χιλιετίες, επόμενο είναι να υπάρχει ιδιαίτερη φόρτιση.

Όμως, τι έχει να κάνει αυτό μ' εμένα;

Εδώ πρέπει να πούμε πως οι βάσεις της ψυχολογίας δεν είναι αυθαίρετες και σαθρές. Όλες οι θεωρίες της έχουν αντικειμενική αφετηρία. Όλες έχουν μέρος της αλήθειας, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Αν οι θεράποντες της ψυχολογίας έχουν καταντήσει καρικατούρες στη λαϊκή συνείδηση (δικαίως ή αδίκως), δε σημαίνει ότι και τα θεμελιώδη ευρήματα είναι για γέλια. Η αυτο-παρατήρηση και η παρατήρηση των άλλων αρκούν για να κρίνουν το βάσιμο ή μη.

Για να αποφύγουμε τον ορισμό του φυσιολογικού ανθρώπου, ας υποθέσουμε ότι κάποιος εκτρέπεται από τη συνηθισμένη του συμπεριφορά επί ικανό χρονικό διάστημα. Ολισθαίνει προς ψυχική πάθηση ή είναι μια πρόσκαιρη κρίση που ενδέχεται να οδηγήσει σε λειτουργικότερη αναδιοργάνωση του όλου ατόμου; Πώς μπορεί να γίνει η διάκριση, αφού και στις δύο περιπτώσεις για τον εξωτερικό παρατηρητή ο άνθρωπος φέρεται ως παράφρων, κι αν φτάσει μπροστά σε ψυχίατρο θα λάβει την ανάλογη θεραπευτική παρέμβαση; Το μόνο κριτήριο είναι το πώς εισπράττει την κατάσταση το ίδιο το υποκείμενο: θα αποδώσει τα συμπτώματά του σε εξωγενείς παράγοντες (αυτοί συνωμοτούν, με επιβουλεύονται ή, αντίθετα, ο Θεός με διέταξε να σώσω τον κόσμο, κ.λπ.) ή συνειδητοποιεί ότι κάτι συμβαίνει μέσα του; Μόνο το δεύτερο ενδεχόμενο έχει καλή πρόγνωση και μπορεί να έχει ευτυχή έκβαση (ακόμη κι αν πίσω από τα συμπτώματα υποβόσκει πράγματι ψυχική διαταραχή αντί μιας άγνωστης μεν φυσικής δε διαδικασίας).

Ας υποθέσουμε πως η εκδήλωση της αιφνίδιας κρίσης συνέβη κατόπιν εμπειρίας πλησίον του θανάτου (σοβαρή ασθένεια, εγχείρηση, τραυματισμός, κ.λπ.) ή άλλων έκτακτων συνθηκών που οδήγησαν σε παρατεταμένη κακουχία (ασιτία, στέρηση ύπνου, υπερκόπωση, κ.λπ.) ή λόγω ψυχολογικής πίεσης (αιχμαλωσία, φυλάκιση, σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, κ.λπ.) ή εξαιτίας πρόσληψης κάποιας ουσίας που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα (οινόπνευμα, κάνναβη, LSD, κ.λπ.) ή μετά την επίσκεψη σε ένα ιδιαίτερο κτίριο (εκκλησία, αρχαία ερείπια, κ.λπ.)  ή σε ένα ιδιαίτερο τόπο (ψηλή βουνοκορφή, απέραντη έρημο, Σπηλιά Πεντέλης, κ.λπ.). Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στον όποιο πυροδοτικό μηχανισμό, μεταθέτοντας δηλαδή το βάρος έξω από το υποκείμενο, ή απλώς θα αναγνωρίσουμε τον εκλυτικό παράγοντα, αποδίδοντάς του μόνον ό,τι του αναλογεί, και θα αφοσιωθούμε στη διαχείριση της ενεργοποιημένης εσωτερικής διαδικασίας;

Κάθε έκθεση σε ασυνήθιστες συνθήκες είναι απαραίτητη, όμως δεν είναι πάντα ακίνδυνη: στο χείλος της βάσης γερανού σ' ένα από τα λατομεία του Thomas Bowman στη βόρεια πλευρά της Πεντέλης (για τους συνωμοσιολόγους, ο Bowman «υπηρέτησε στις εμπιστευτικές υπηρεσίες της Αγγλικής Πρεσβείας», και δη στην «Intelligence Service»).

Να γιατί ακόμη κι αν δεχθούμε προκαταβολικά πως η συγκεκριμένη Σπηλιά είναι όντως ιερός τόπος, τόπος δύναμης, πύλη για άλλους κόσμους και ό,τι άλλο θέλετε, αυτό δεν είναι το σημαντικότερο.

Οι μύθοι, που ανεξάρτητα από φυλή και χρονική περίοδο έχουν παρόμοιο περιεχόμενο, αποδεικνύονται αυθόρμητες εικονογραφήσεις των σταδίων της εξελικτικής πορείας της ανθρώπινης συνείδησης.

Η ιστορία δεν έχει τελειώσει βέβαια, και ούτε πρόκειται, αφού η Σπηλιά, ούτως ή άλλως, δεν είναι παρά αντικειμενοποίηση της δικής μας προσωπικής, εσωτερικής σπηλιάς, η οποία είναι τόσο πολυδαίδαλη ώστε δεν ξέρω αν προλαβαίνεις σε μια ζωή να την εξερευνήσεις. Αυτό δεν είναι και τόσο άσχημο ως πιθανότητα, αντίθετα σου υπόσχεται ότι δε θα νιώσεις ανία!

Η πορεία για το «γνώθι σαυτόν», απαιτεί δράση και κατανόηση και όχι με την αντίθετη σειρά. Οι πράξεις προηγούνται διότι προετοιμάζουν τις αλλαγές· η θεωρία χωρίς έργα, όχι μόνο είναι στείρα αλλά και δεσμεύει, περιορίζει και προκαθορίζει τα μέλλοντα. Αν ο άνθρωπος έχει την απαιτούμενη γενναιότητα για να γκρεμίζει όσο συχνά χρειάζεται ό,τι έχτισε με μόχθο, τότε, πραγματικά, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη! Η κατανόηση  −με την έννοια της συνειδητοποίησης− μπορεί να έρθει πολύ αργότερα.

Επιστρέφοντας,

πάντα μελαγχολικά.

(Ανάμεσα σε μια ανατολή) ...και σε μια δύση.


[1] Μια απίστευτη περίπτωση αναφέρει ο σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτσογκ: όταν κατά το γύρισμα του ντοκιμαντέρ The white diamond  στη ζούγκλα του Αμαζονίου οι τεχνικοί απογείωσαν το αερόστατο για τα πλάνα από ψηλά, περίμεναν να δουν τους πρωτόγονους ιθαγενείς να καταπλήσσονται σφόδρα. Όμως αυτοί που ξαφνιάστηκαν ήταν οι πολιτισμένοι. Κανείς από τους άγριους δεν έδειξε το παραμικρό σημάδι ότι τραβούσε την προσοχή του το αερόστατο που πετούσε πάνω από τα κεφάλια τους!

[2] Η ικανότητα πρόσληψης είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας. Όσο μεγαλώνουμε τόσο δυσκολευόμαστε, και κάποτε φτάνουμε σε σημείο όπου για να εισχωρήσει κάτι πραγματικά νέο πρέπει να "σβήσει" κάτι από τα παλαιά, πρέπει να δημιουργηθεί χώρος.

Βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις. Προς το τέλος της δεκαετίας '70, υπέργηρη μοναχική κυρία, που έμενε στον πάνω από εμάς όροφο, διαμαρτυρόταν επανειλημμένα για κάτι που έκανε συνέχεια «κου-κου-κου» και την ενοχλούσε. Απορούσε και αγανακτούσε που κανείς άλλος δεν το άκουγε, αλλά κι εμείς ανησυχήσαμε και απευθυνθήκαμε στο γιατρό της, ο οποίος μας εξήγησε πως ήταν ακουστικές ψευδαισθήσεις ενός κουρασμένου εγκεφάλου λόγω της προχωρημένης ηλικίας. Χρόνια μετά το θάνατό της, συνειδητοποιήσαμε πως εννοούσε τις δεκαοχτούρες, όταν δηλαδή επιτέλους τις είδαμε και τις ακούσαμε κι εμείς. Προφανώς δεν υπήρχαν στην περιοχή μας, οπότε αφού δεν τις γνωρίζαμε, ακόμη κι όταν ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά μας, ο εγκέφαλός μας δεν τις κατέγραφε.

[3] Αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην κακό· η ένστασή μου βρίσκεται στη μορφή που πήρε το δημιούργημα. Προτιμώ το κυνήγι του άμεσα χρήσιμου παρά τη θελκτική χίμαιρα. Αλλά πάλι, όλοι πρέπει να δελεαστούμε για να εμπλακούμε στην περιπέτεια.

Αν θέλετε να ψάξετε μια παρόμοια διαδικασία μυθοποίησης ξεκινήστε από εδώ:

http://en.wikipedia.org/wiki/Picnic_at_Hanging_Rock

Συνοπτικά (για τους οκνηρούς): η Αυστραλέζα Joan Lindsay (1896-1984) έγραψε το μυθιστόρημα Picnic at Hanging Rock (κυκλοφόρησε το 1967). Τοποθέτησε τη δράση στο 1900 και χρησιμοποίησε ως σκηνικό αυθεντικά στοιχεία από την περιοχή που της ήταν οικεία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι και τα περιγραφόμενα γεγονότα ήταν αυθεντικά. Μια σχολική εκδρομή καταλήγει σε τραγωδία, όταν τρεις μαθήτριες και μια καθηγήτρια εξαφανίζονται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες (μεταξύ άλλων σταματούν όλα τα ρολόγια), και κανείς δε μαθαίνει τι απέγιναν (ενώ βρίσκεται σε λίγες ημέρες η μία μαθήτρια, δε θυμάται τίποτε). Το 1975 παίζεται η ομώνυμη ταινία (σε σκηνοθεσία Peter Weir), μια οπωσδήποτε ποιητική δημιουργία. Βιβλίο και ταινία έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση σε αναγνώστες και θεατές, όμως δεν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη "κρίσιμη μάζα". Η "μαγιά" έκανε να φουσκώσει σχεδόν 25 χρόνια, το 1998 δηλαδή, οπότε επανεκδόθηκε η ταινία. Μάθαμε ότι κατά το γύρισμα των σκηνών στον "Κρεμάμενο Βράχο" (κι όχι στο Βράχο των Κρεμασμένων), τα ρολόγια όλων των συντελεστών παρουσίασαν μύρια όσα προβλήματα. Και ξέσπασε διαμάχη μεταξύ όσων υποστηρίζουν την πραγματικότητα της αρχικής ιστορίας κι εκείνων που μιλούν για εμπορικά τεχνάσματα. Βέβαια, υποθέτουμε το αποτέλεσμα: οι επισκέπτες της συγκεκριμένης περιοχής (όρος Διογένης, και μη κάνετε συνειρμούς με την αναρριχητική διαδρομή Διογένης της Σπηλιάς!) προσέρχονται όχι όπως έκαναν εδώ και 2 αιώνες (για να θαυμάσουν τους αξιοθέατους ηφαιστειακής προέλευσης βραχώδεις σχηματισμούς), αλλά με κάτι άλλο στο μυαλό τους που σιγά-σιγά θα δώσει τους δικούς του καρπούς.

[4] Συχνά, σε συνομιλίες με αγνώστους στη Σπηλιά, απαντώντας στην ερώτηση: «Ποιος είναι αυτός;» λέω: «Χωρίς τον Μπαλάνο, η συνάντησή μας δε θα είχε συμβεί ποτέ!» (ουδόλως αμελητέο, αν το καλοσκεφτείς).

[προσθήκη] Κάποιοι διαβάζοντας το βιβλίο μάλλον μπερδεύτηκαν: συμφωνώ διαφωνώντας με τον Μπαλάνο ή διαφωνώ συμφωνώντας; Αφήνω τον Νίκο Καζαντζάκη να απαντήσει:

«Τίποτα δε μου αρέσει περισσότερο, όταν μιλώ μ' έναν άνθρωπο, παρά να βλέπω να μου φέρνει μιαν αντίρρηση κι η αντίρρηση αυτή να στηρίζεται σε ακλόνητα επιχειρήματα. Ξέρω πως έχει δίκιο, και συνάμα πως έχω κι εγώ· μα καθένας σε διαφορετικό πάτωμα». (Ταξιδεύοντας Αγγλία, σ. 48)

[5] Υποθέτω πως αυτός που αρχικά υπέδειξε τη Σπηλιά θα γέλασε πολύ με τα απρόσμενα αποτελέσματα της εισήγησής του (αν ακόμη μπορούσε να δει την αστεία πλευρά του θέματος μετά την αποτυχία της κατασκευής του έργου).

[6] Εδώ να πούμε πως οι αντιρρήσεις του τύπου «αυτό κατά την επιστήμη είναι αδύνατον» δε στηρίζονται σε ασφαλή βάση. Αυτό που σήμερα θεωρείται αδύνατον να συμβαίνει (παρότι συνήθως το γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι, επειδή πράγματι συνέβη σ' αυτούς), αύριο ίσως αποτελεί κοινό τόπο. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων: δεν πέφτουν πέτρες από τον ουρανό, δεν είναι δυνατόν να ανυψωθούν μηχανές βαρύτερες του αέρα, δεν υπάρχουν γιγάντια κεφαλόποδα, δεν μπορούν να δημιουργηθούν κύματα ύψους 25-30 μέτρων... Οπότε, όσο και απίθανη να μας φαίνεται μια μαρτυρία, καλό είναι να κρατάμε και μια "πισινή".

[7] Βέβαια, το αν θα βρει κάτι (και τι θα είναι αυτό) είναι συζητήσιμο.

«Έτσι βλέπουμε πως οι ενδόμυχες φαντασιώσεις και τα οράματα, οι ονειροπολήσεις και οι θρησκευτικές εμπειρίες υπάγονται σε δύο κατηγορίες που, όπως λέει ο Μιλαρέπα, "εμφανίζονται ως όμοιες", και εντούτοις έχουν τόσο διαφορετικά αποτελέσματα, ώστε ενώ η μία οδηγεί στη μέγιστη απομάκρυνση από την πραγματικότητα (η εντελέστερη ανάπτυξη της οποίας όντως μπορεί να ιδωθεί στα ψυχιατρικά καταστήματα), η άλλη αποτελεί αληθινή και έγκυρη εμπειρία μιας εσωτερικής πραγματικότητας, που είναι τόσο "πραγματική" και τόσο ισχυρή όσο οποιαδήποτε εξωτερική πραγματικότητα». (M. Esther Harding, The way of All Women, p. 44)

Και ο ημέτερος Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να κάνει την ίδια διάκριση: «Δύο είναι τα είδη της παραφροσύνης· το ένα οφείλεται σε ασθένειες των ανθρώπων, ενώ το άλλο συμβαίνει λόγω της υπό του θείου μεταβολής των καθιερωμένων καταστάσεων». (Φαίδρος, 265a)

Οι υποκειμενικές αυτές καταστάσεις δεν αποκλείουν συμπλοκή με πάσης φύσεως (και πάσης πραγματικότητας) αντικειμενικά ευρήματα, οπότε η διάκριση καθίσταται είδος πρώτης ανάγκης, και τα συμπεράσματα προσωρινά και συγκρατημένα.

[8] Κυριολεκτικά! Θυμάμαι μια νύχτα (η πηγή του κινδύνου δεν ήταν μεταφυσική) που ανέβηκα "σαν τον άνεμο" (και απίστευτα αθόρυβα) το πολύ ανηφορικό και απόκρημνο μονοπάτι που αρχίζει πίσω από την τσιμεντένια κατασκευή 80 μ. ΝΑ της Σπηλιάς (στοά ΙΙΙα), βγαίνει στο δρόμο που περνάει στο φρύδι του λατομείου και οδηγεί ακριβώς από πάνω της. Ήταν τόση η κατανάλωση ενέργειας, που πραγματικά είχα πρόβλημα στον κατήφορο της επιστροφής, αφού με δυσκολία με κρατούσαν τα γόνατά μου.

[9] Δεν πρόκειται για ταυτολογία. Εννοώ, ησυχία από τις εξωτερικές παρεμβολές, και σιωπή από τις εσωτερικές, που είναι και το σημαντικότερο στοιχείο.

[10] Πράγμα που δεν μπορώ να αποκλείσω (υπάρχουν τόποι και τόποι), αλλά δεν έχω και κάτι που να το επιβεβαιώνει.

[11] «Διαταραγμένου», όχι κατ' ανάγκη με τη γνωστή αρνητική έννοια αλλά μ' αυτή της διαφοροποίησης κατόπιν έξωθεν επιδράσεως.

[12] Βλ. Η δύναμη της σιωπής, εκδ. Κάκτος, 1988, σ. 22, 43, 113-4.

[13] Δεν είναι καθόλου αμελητέα η αισθητηριακή απομόνωση που μπορεί να επιτευχθεί μέσα στις σπηλιές, πράγμα που ενδέχεται να οδηγήσει εκούσια ή ακούσια σε μη συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης (βλ. και Η Αδελφότητα της Σπηλιάς, μέρος ΚΔ΄).

Πάντως, στα αρχαία λατομεία των Συρακουσών υπάρχει η γνωστή ως Αυτί του Διονυσίου σπηλιά με αξιοπερίεργα ίχνη τεχνητής διαμόρφωσης, που οδήγησαν στο θρύλο πως ο τύραννος έφερνε τους ξένους του εκεί και τους άφηνε μόνους, ώστε να ακούει από μακριά τι έλεγαν κατά την απουσία του.

Αριστερά, το Αυτί του Διονυσίου. Δεξιά, άλλα σπηλαιώδη ανοίγματα (εν μέρει φυσικά, εν μέρει τεχνητά) στα λατομεία του Παραδείσου (!) όπου άφησαν τα κόκαλά τους χιλιάδες Αθηναίοι αιχμάλωτοι. (Η σύγχρονη ονομασία, εκτός από ευφημισμός του κολαστηρίου, με την αρχική έννοια της περσικής λέξης παράδεισος σημαίνει κήπος).