Ιανουάριος 2005

 

Οι παλιοί ρομαντικοί συνήθιζαν να πιστεύουν ότι στην άκρη κάθε ουράνιου τόξου υπάρχει πάντοτε κρυμμένος και κάποιος θησαυρός. Οι σύγχρονοι πραγματιστές, πάλι, ακούγοντας την αισιόδοξη αυτή παράδοση, την αποδίδουν χαμογελώντας όλο συγκατάβαση στη μυθοπλαστική διάθεση των πρώτων.

 

Εγώ, πάντως, τίποτα απ' όλα αυτά δε σκεφτόμουν όταν, οδηγημένος από μια ξαφνική παρόρμηση, βρέθηκα να περπατώ για μία ακόμα φορά στο χωματόδρομο προς τη σπηλιά. Ο καιρός ήταν μουντός, με την κορυφή του βουνού να έχει κρυφτεί πίσω από βαριά σύννεφα, έτοιμα να μεταμορφωθούν σε στάλες βροχής και να πέσουν στο έδαφος. Δεξιά μου, η Αθήνα μια εμφανιζόταν και μια χανόταν πάλι, πίσω από άλλα σύννεφα πέρα μακριά στον ορίζοντα.

 

Δεν είχα μαζί μου ούτε ομπρέλα ούτε αδιάβροχο, διόλου όμως με απασχολούσε το κατά πόσο θα βρεχόμουν. Και ήταν καθώς πια πλησίαζα στη σπηλιά, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την μπόρα να ξεσπάσει, όταν ένας παλιός, καλός φίλος έκανε αναπάντεχα την εμφάνιση του. Ο ήλιος διαπέρασε ξαφνικά τα σύννεφα που συνωστίζονταν στον ουρανό και έριξε τις ακτίνες του στο βουνό. Την ίδια στιγμή, το πιο μαγευτικό θέαμα στα τόσα χρόνια των περιπλανήσεων μου στην Πεντέλη σχηματίστηκε μπροστά στα μάτια μου. Ένα πανέμορφο ουράνιο τόξο διαγράφτηκε με φόντο την πηχτή συννεφιά, ξεκινώντας μερικές εκατοντάδες μέτρα αριστερά από το σημείο όπου στεκόμουν...

 

 

...και καταλήγοντας λίγο δεξιότερα, στο σημείο ακριβώς όπου βρισκόταν η σπηλιά.

 

 

Δεν μπορούσα παρά να πλημμυρίσω από ένα μεγαλειώδες συναίσθημα πληρότητας. Και, με τις σκέψεις μου εξόριστες από το κομμάτι του εαυτού μου που βίωνε τις στιγμές, πέρασαν δυο–τρία λεπτά εωσότου κάποιες από τις σκέψεις αυτές καταφέρουν τελικά να εντυπωθούν στη συνείδηση μου. Έπρεπε να αποτυπώσω αυτό που αντίκριζαν τα μάτια μου, έπρεπε να το καταγράψω με κάποιον τρόπο.

 

Τα ηλεκτρονικά «μπιπ» της φωτογραφικής μηχανής ακούστηκαν εντελώς ξένα προς τα συναισθήματα που με κατέκλυζαν και τη σκηνή που απλωνόταν μπροστά μου. Και ήταν καθώς πια είχα τραβήξει αρκετές φωτογραφίες που μια σιγανή εσωτερική φωνή, σε κάπως αυστηρό αλλά και ειρωνικό συνάμα τόνο, με πληροφόρησε πως, στην πραγματικότητα, αυτό που είχα αποτυπώσει μικρή σχέση είχε με αυτό που βίωνα. Το Ουράνιο Τόξο δεν ήταν μόνο αυτό που αντίκριζα. Ήταν και η οσμή του νοτισμένου αέρα στα ρουθούνια μου. Ήταν και η ευχάριστη αύρα που ένιωθα στο πρόσωπο μου. Ήταν και η σιγαλιά του τοπίου. Ήταν και ο ήλιος πίσω μου. Ήταν και η αίσθηση μέσα μου. Και κανένα μηχάνημα δε θα μπορούσε ποτέ να τα αναπαραγάγει όλα αυτά.

 

Σαν κάποιος να παρακολουθούσε τις αυστηρές συστάσεις της φωνής, και ο ήλιος χάθηκε λίγες στιγμές αργότερα, το ίδιο αναπάντεχα όσο είχε κάνει και την εμφάνιση του. Μαζί του έσβησε και το ουράνιο τόξο. Όχι, όμως, και η μαγεία που αυτό είχε χαράξει στην ψυχή μου.

 

Α, το ήξερα βέβαια ότι θα έβρισκα τη σπηλιά έρημη, δίχως επισκέπτες. Ο οιωνός που είχε προηγηθεί δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολιών. Η σπηλιά με υποδέχτηκε με τον γνώριμο, σαν σε χαιρετισμό ήχο των σταγόνων που έπεφταν από την οροφή της. Απηύθυνα κι εγώ τον σιωπηλό, καθιερωμένο μου χαιρετισμό και ετοιμάστηκα να κατηφορίσω στα ενδότερα της. Κοιτάζοντας δεξιά, εντόπισα μια κουβέρτα που κάποιοι επισκέπτες είχαν αφήσει.

 

 

Χαμογέλασα, αναλογιζόμενος πόσα άσχετα με το χώρο αντικείμενα είχα κατά καιρούς συναντήσει στο εσωτερικό της σπηλιάς. Θυμήθηκα και το σκιάχτρο που κάποιος είχε παρατήσει παλιότερα εκεί, και που τα «πόδια» του –απλοί μεταλλικοί σωλήνες– αναπαύονταν ακόμα, λίγο πέρα από τη βάση των τσιμεντένιων «σκαλοπατιών» που στηρίζουν το υπέδαφος των εκκλησιδίων. Ένα ταιριαστό, από κάθε άποψη, τέλος για ένα σκιάχτρο.

 

Όμως, οι σκέψεις μου γύρω από τα του «Μάγου του Οζ» μαζί με τις λοιπές μου έγνοιες εξαφανίστηκαν στη στιγμή όταν, έχοντας ολοκληρώσει σχεδόν τη διαδρομή μου μέσα στη σπηλιά και γυρίζοντας προς την έξοδο, διαπίστωσα ότι ο υπέροχος ήλιος είχε και πάλι κάνει την εμφάνιση του.

 

 

Βγήκα βιαστικά έξω. Σήμερα θα κυνηγούσα τον ήλιο, αποφάσισα, και η μαγεία της ανάμνησης του ουράνιου τόξου, που είχε παραμείνει ζωντανή στο μυαλό και την ψυχή μου, με πλημμύρησε για μία ακόμη φορά.

 

Δεν είχε βρέξει καθόλου, τελικά. Και εγώ, με έναν ακανόνιστο, μεθυσμένο βηματισμό, που περισσότερο θύμιζε μικρό ανεύθυνο παιδί παρά σοβαρό ή έστω σοβαροφανή ενήλικα, βάλθηκα να κατηφορίζω τον αρχαίο δρόμο, βαδίζοντας προς τον ήλιο, δίχως στιγμή να τον χάνω από τα μάτια ή την ψυχή μου.

 

Κόρεσα κάθε μου αίσθηση. Έσκυψα και μύρισα τους θαλερούς σκουροπράσινους θάμνους στο δρόμο μου. Κράτησα και ψηλάφισα στα χέρια μου μικρές μαρμαρόπετρες που μάζεψα από χάμω. Γέλασα δυνατά και άκουσα το γέλιο μου να διαχέεται ολόγυρα. Σώπασα και άκουσα τη σιωπή.

 

Και ο ήλιος συνέχιζε να λούζει το τοπίο με το χρυσαφένιο του φως, δίχως να κρύβεται από τα σύννεφα.

 

 

Μόνο όταν είχε πια φτάσει το σούρουπο το φως του αποσύρθηκε ευγενικά από την πλάση του βουνού. Και ήταν την ώρα εκείνη που, στο βάθος του ορίζοντα, το παχύ στρώμα από σύννεφα μεταμορφώθηκε για λίγο σε απόμακρο τοπίο από τιτάνια, ρόδινα βουνά.

 

 

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν όταν, ανηφορίζοντας, έπαιρνα το δρόμο του γυρισμού. Θυμάμαι μόνο ότι κοντοστάθηκα πολλές φορές και κοίταξα πίσω.

 

 

Φτάνοντας πλέον στο σημείο του χωματόδρομου όπου είχα δει το ουράνιο τόξο, ένας άλλος καλός φίλος είχε ξεπροβάλει μέσα από τα σύννεφα.

 

 

Με το φως του φεγγαριού να φωτίζει το δρόμο μου και με μια πιστή σκιά να με ακολουθεί, γύρισα στο σπίτι μου. Και ονειρεύτηκα.

 

«Ίρανον»

 

Όταν την επομένη μετέφερα τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει στον υπολογιστή προκειμένου να τις δείξω και στους υπόλοιπους της παρέας, όλοι προσέξαμε τη θολούρα που είχε αποτυπωθεί στο σημείο της φωτογραφίας όπου το ουράνιο τόξο κατέληγε, πάνω ακριβώς από τη σπηλιά. Η θολούρα αυτή δεν ήταν ορατή κατά τη στιγμή της φωτογράφησης. Σίγουρα, δεν πρόκειται για κάποια από τις συνήθεις σφαιροειδείς παραθλάσεις που αποτυπώνονται στις ψηφιακές κυρίως φωτογραφικές μηχανές και που προκαλούνται από σωματίδια σκόνης ή υγρασίας μπροστά από το φακό. Δεν πιστεύουμε, πάντως, ότι πρόκειται και για κάτι το παράξενο. Ως πιθανότερο θεωρούμε να πρόκειται για κάποια μικρή σταγόνα βροχής ή για κάποια σκέδαση του ηλιακού φωτός, προκαλούμενη ίσως από την ίδια πρισματική δράση του όγκου των σταγονιδίων που δημιούργησαν και το ουράνιο τόξο. Στα αριστερά της φωτογραφίας, εξάλλου, διακρίνεται μία άλλη, ανάλογη θολούρα. Όπως και να 'χει, η τυχαία συμβολικότητα της φωτογραφίας αυτής είναι πολύ όμορφη και ιδιαίτερη για να αναλύσουμε εδώ τις οπτικές συνθήκες που τη δημιούργησαν. Και, όχι, δε χαμογελάμε συγκαταβατικά όταν ακούμε για τους θησαυρούς που κρύβουν τα ουράνια τόξα στην άκρη τους.

 

 

Με τη βοήθεια του «ΓεωσκόποΣ», εντοπίσαμε μία ακόμη σκαλισμένη επιγραφή στην Πεντέλη. Λεπτομέρειες εδώ.

 


 

 

Νοέμβριος 2004

 

Περίεργα δέντρα αυτές οι συκιές. Και το έχουμε ξαναπεί, θα δυσκολευτείτε να βρείτε έρημο σπίτι ή παράξενο μέρος όπου να μη φυτρώνει και από μία. Στην Πεντέλη, δε, φυτρώνουν αρκετές αγριοσυκιές, οι οποίες μάλιστα κάνουν και νοστιμότατα σύκα, που ωριμάζουν περί τις αρχές κάθε Σεπτέμβρη. Όπως λοιπόν γράφαμε στις προηγούμενες "Εξελίξεις και νέα", λυπηθήκαμε πολύ όταν είδαμε μία μικρή συκιά που είχε φυτρώσει και πάσχιζε να αναπτυχθεί στο εσωτερικό της τεχνητής σήραγγας στα δεξιά της σπηλιάς να έχει ξεριζωθεί, και στη θέση της να υπάρχουν πλέον σκουπίδια.

 

Στην επόμενη επίσκεψη, μας περίμενε μια έκπληξη. Στο εσωτερικό της άλλης τεχνητής σήραγγας, αριστερά της σπηλιάς και στο ακριβώς αντίστοιχο σημείο, μία άλλη μικρή και θαλερή συκιά είχε φυτρώσει.

 

 

Ελπίζουμε να μην τη βρούμε κι αυτή ξεριζωμένη. Όσο για το πώς οι συκιές καταφέρνουν να φυτρώνουν μέσα στις σκοτεινές τεχνητές σήραγγες της Πεντέλης, τι να σας πούμε, μόνο οι ίδιες το ξέρουν.

 

Στην Πεντέλη, βέβαια, δε φυτρώνουν μόνο μυστήριες συκιές, αλλά και συχνάζουν παράξενοι άνθρωποι.

 

 

Μοιάζει με εκείνα τα μικρά «σπιτάκια» που φτιάχναμε παιδιά. Μόνο που το συγκεκριμένο σπιτάκι βρίσκεται σε σημείο του βουνού που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να φτάσει κάποιο παιδί. Στην άκρη ενός μικρού πλατώματος κάποιου έρημου λατομείου, μακριά από κάθε βατό για τα αυτοκίνητα δρόμο, βρίσκεται το περίεργο αυτό κατασκεύασμα. Και ο τρόπος κατασκευής του μας θυμίζει ακαθόριστα κάτι...

 

Προσέξτε τη μεγάλη ποικιλία των υλικών που το απαρτίζουν – τούβλα, μάρμαρο, ελενίτ, μπετόν, μικρές και μεγάλες πέτρες. Θα μπορούσε να είχε φτιαχτεί πολύ πιο εύκολα με μόνα τα απειράριθμα κομμάτια μαρμάρου που υπάρχουν παραδίπλα. Ίχνη φωτιάς στο εσωτερικό του δε βρέθηκαν. Ποιος το έφτιαξε και γιατί; Τι να σας πούμε, ρωτήστε τις αγριοσυκιές, ίσως εκείνες ξέρουν.