ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Η αδελφότητα της σπηλιάς (μέρος Β')

 

 

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1852, μια φοβερή θύελλα ξέσπασε ξαφνικά στον ουρανό της Αθήνας. Στο πέρασμα της, δέντρα ξεριζώθηκαν, σπίτια γκρεμίστηκαν, αλλά –το κυριότερο– η μία από τις τρεις κολώνες που έστεκαν χωριστά από τις υπόλοιπες στο ναό του Ολυμπίου Διός, στο κέντρο της πόλης, κατέπεσε. Το συμβάν θεωρήθηκε τόσο σημαδιακό από τους Αθηναίους, ώστε επί δεκαετίες αργότερα, όταν ήθελαν να προσδιορίσουν εκείνη την εποχή, έλεγαν χαρακτηριστικά: «τον καιρό της κολώνας».

 

Με αυτόν τον οιωνό συνδέθηκε η γέννηση, την ίδια εκείνη μέρα, του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου στο επί της οδού Ακαδημίας σπίτι του αγωνιστή της Επανάστασης Ρήγα Παλαμίδη, και μάλιστα στο ίδιο δωμάτιο όπου τέσσερα χρόνια νωρίτερα (1848) είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Την ακρίβεια της ημερομηνίας αμφισβήτησαν αργότερα ορισμένοι, όμως ο ίδιος ο Καμπούρογλου ουδέποτε συζήτησε το ενδεχόμενο να είχε γεννηθεί κάποια άλλη μέρα· τόσο πολύ πίστευε στο δεσμό της γέννησης του με την πτώση της κολώνας. Όπως σχολίαζε με εύθυμη διάθεση στα "Απομνημονεύματα μιας μακράς ζωής 1852–1932" (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Αφού τα πάντα εκινήθησαν την ημέρα εκείνη, εκκινήθη φαίνεται και η ημέρα της γεννήσεως μου, είμαι δε από τους ολίγους ανθρώπους, ως εκ τούτου, που δεν ημπορούν, και αν θελήσουν, να κρύψουν τα χρόνια των.» Τιμώντας τα ογδοηκοστά του γενέθλια, ο επιστήθιος φίλος του ποιητής Γεώργιος Δροσίνης είχε αποστείλει στο περιοδικό "Νέα Εστία" (τεύχος 141, 1/11/1932) τον ακόλουθο στίχο:

 

«Τη μέρα που γεννήθηκες

γκρεμίστηκε η κολώνα.

Στη θέση της στυλώθηκες

θα φτάσεις τον αιώνα!»

 

Όσο για τον ίδιο τον Καμπούρογλου, όπως δήλωνε στα απομνημονεύματα του: «Το βέβαιον εν τούτοις είναι ότι ενώ τόσοι και τόσοι επεσκέφθησαν και επισκέπτονται την πεσμένη κολώνα αυτή μόνον εις εμένα κάτι ψιθυρίζει μυστικά. Δι' αυτό και πολύ συχνά την επισκέπτομαι.»

 

Πατέρας του ήταν ο Γρηγόριος Καμπούρογλου, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, δημοσιογράφος. Ή μητέρα του, Μαριάννα Αγγέλου Γέροντα, αθηναϊκής καταγωγής, διακρινόταν για τη φιλομάθεια και το ενδιαφέρον της σχετικά με τα ήθη, τα έθιμα και γενικά τη ζωή των Αθηναίων τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

 

Το 1853, βρέφος ακόμα, ο Καμπούρογλου βρέθηκε να παραθερίζει μαζί με την μητέρα του στην Πεντέλη (καμία έκπληξη εδώ). Τον ίδιο χρόνο βαπτίστηκε στη μονή Πεντέλης από τον Αυλάρχη του Όθωνα, Π. Νοταρά (ως προς την ημερομηνία βάπτισης του υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές: σύμφωνα με την πρώτη, βαπτίστηκε στις 15 Μαΐου, την ημέρα ταφής της δούκισσας της Πλακεντίας –ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ– ενώ, κατά τη δεύτερη εκδοχή, η βάπτιση του έγινε στις 12 Ιουλίου του ίδιου έτους – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Όπως σχολίαζε αργότερα ο ίδιος (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Θα ήμουν φαίνεται εύσαρκος. Δι' αυτό και εκτύπησα το κεφάλι μου εις την κολυμβήθραν του Μοναστηριού... (το πρώτον του κεφαλιού μου κτύπημα).»

 

Το 1855, η οικογένεια του μετακόμισε στα Πατήσια. Μη έχοντας αδέλφια, ο μικρός Καμπούρογλου περνούσε το χρόνο του διαβάζοντας. Στο γονικό σπίτι, λόγω και του επαγγέλματος του πατέρα του, σύχναζαν αρκετοί αγωνιστές της Επανάστασης, που αφηγούνταν ιστορίες και κατορθώματα των παρελθόντων ετών. Έτσι, ο Καμπούρογλου βρέθηκε να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από την αθηναϊκή ατμόσφαιρα, αναπτύσσοντας ζωηρό ενδιαφέρον γύρω από οτιδήποτε είχε σχέση με την παλιά Αθήνα και την Αττική. Η έλλειψη συναναστροφής με συνομηλίκους του συνέτεινε στη διαμόρφωση ενός αρκετά μοναχικού χαρακτήρα. Όπως σημείωνε ο ίδιος στα απομνημονεύματα του: «Ούτε ένα παιδάκι δεν ενθυμούμαι να εγνώρισα εις την μικράν μου ηλικίαν. Έπαιζα μόνος μου, αλλά και όλοι του σπιτιού, συγγενείς και φίλοι και οι της υπηρεσίας, με την μητέρα μου επί κεφαλής, έκαναν ό,τι ημπορούσαν δια να με διασκεδάσουν.»

 

Το 1871 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1884 παντρεύτηκε την Καλλιόπη Μαράτου, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: τον Γρηγόρη, την Ελένη και την Τζένη.

 

Η δικηγορία τον απασχόλησε για αρκετά χρόνια. Όμως, η ενασχόληση με τις δικαστικές υποθέσεις των πελατών του δεν ταίριαζε με τα πραγματικά του ενδιαφέροντα. Ο Καμπούρογλου, συμπιέζοντας τις λοιπές του δραστηριότητες, αφιέρωνε τον ελεύθερο του χρόνο στη μελέτη του χαμένου παρελθόντος της Αθήνας και της Αττικής. Με μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή, συνέλεγε κάθε στοιχείο, ανέτρεχε σε κάθε πιθανή πηγή, αφιέρωνε μέρες και μήνες στην προσεκτική παρατήρηση κάθε μνημείου. Έφτασε στο σημείο να περιφέρεται από σπίτι σε σπίτι και να «ανακρίνει» τους γεροντότερους Αθηναίους της εποχής του για την παραμικρή πληροφορία. Δεν αρκούνταν στην επιφανειακή ανάλυση, αλλά προσπαθούσε να διασταυρώνει το κάθε στοιχείο και να το δένει με τα υπόλοιπα, αρνούμενος να επαναπαύεται σε πρόχειρες έρευνες. Το 1889 εξέδωσε τον πρώτο από τους τρεις τόμους της "Ιστορίας των Αθηναίων", ενώ το 1890 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του επίσης τρίτομου "Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων". Με τις μελέτες αυτές, μέσα από πληθώρα χαμένων και αγνώστων έως τότε πηγών, ο Καμπούρογλου έφερε στην επιφάνεια ένα θησαυρό από αφηγήσεις περιηγητών, ημερολόγια, χρονικά, έγγραφα, σχεδιαγράμματα, απεικονίσεις κτιρίων, λαογραφικά στοιχεία, περιγραφές, και γενικά κάθε είδους πληροφορίες σχετικά με την Αθήνα της Τουρκοκρατίας και των μεσαιωνικών χρόνων.

 

Δεν ήταν αυτά τα πρώτα δημοσιευμένα έργα του. Ήδη από το 1873 είχαν κυκλοφορήσει λογοτεχνικά του δοκίμια, θεατρικά έργα, ποιήματα και διηγήματα, μερικά εκ των οποίων είχαν αποσπάσει και επαίνους ή βραβεία. Κάποιες φράσεις από εκείνα τα κείμενα του, μάλιστα, επιβιώνουν ως αποφθέγματα και στις μέρες μας, με τη γνωστή π.χ. παροιμιώδη φράση «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα» να έχει προέλθει από το ποίημα του "Ονομαχία":

 

«Δυό γάδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα

δίνουν κλωτσαίς συχναίς πυκναίς,

χαλούν τον κόσμο απ' τις φωνές

δαγκάνει ένας τ' αλλουνού τ' αυτιά και τη σαγόνα.

 

"Ποιος σούδωσε την άδεια δω μέσα να πατήσης;"

φωνάζει ο μαυριδερός.

Και απαντά ο σταχτερός:

"Και συ με τι δικαίωμα ήρθες να με συγχύσης;"

 

Κι ενώ μπροστά τους είχανε πίτουρα και κριθάρι

άχυρο, βύκο και σανό,

στήσαν καυγά αληθινό

και δεν τολμά κανείς τους ούτε μεζέ να πάρη.

 

Κι απ' τον πολύ τον θόρυβο κι ο νοικοκύρης φτάνει,

κρατάει ρόπαλο γερό,

χωρίς να χάσει δε καιρό

τα δυο πλευρά τους μαλακά σαν την κοιλιά τους κάνει.

 

Τους φίλιωσε η δυστυχία, η πίκρα, το φαρμάκι,

ένας τον άλλον χαιρετά

λένε πως ήσαν χωρατά

κ' επήραν τον κατήφορο και τρώνε θυμαράκι.»

 

Το λογοτεχνικό του ύφος, που είχε καλλιεργηθεί μέσα από όλη αυτή τη συγγραφική ενασχόληση, ανέδειξε ακόμη περισσότερο την αξία των κειμένων του και ταίριαξε με το μεγάλο του πάθος: τη μελέτη της Ιστορίας.

 

Το 1891, σε ηλικία 39 ετών, προσελήφθη στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ξεφεύγοντας από την ανιαρή για εκείνον δικηγορία. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε επιμελητής χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1904, οπότε ανέλαβε τη διεύθυνση του ιδρύματος. Δε θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερη εργασία για τον Καμπούρογλου, ο οποίος βρισκόταν πλέον στο στοιχείο του: χιλιάδες βιβλίων και χειρογράφων τον περιέβαλλαν και τον καλούσαν να βουτήξει στις σελίδες τους. Διόλου αναπάντεχα, λοιπόν, το διορισμό του στην Εθνική Βιβλιοθήκη ακολούθησε καταιγισμός από νέες μελέτες και εργασίες, ιστορικού κυρίως αλλά και λογοτεχνικού περιεχομένου. Ανέκδοτα έως τότε αρχεία, απομνημονεύματα, τοπωνυμικές αναλύσεις, λαογραφικά, βιογραφίες, μα πάνω απ' όλα ιστορικές μελέτες, εκδόθηκαν από τον Καμπούρογλου τα επόμενα χρόνια.

 

Η υψηλή ποιότητα των έργων του, που προέκυπτε μέσα από άφθονες ώρες πρωτογενούς έρευνας και σε βάθος βιβλιογραφικής διερεύνησης, τον καθιέρωσε ως έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ιστορικούς της εποχής του. Σοβαρός μελετητής, ο Καμπούρογλου δε δίσταζε να αναγνωρίζει τα –αναπόφευκτα, και πάντως λιγοστά– σφάλματα και παραλείψεις των μελετών του, και να τα αποκαθιστά από μόνος του, επανερχόμενος με διευκρινιστικές σημειώσεις σε μετέπειτα εργασίες. Αν και τακτικός αρχαιοδίφης, γοητευόταν και ελκόταν περισσότερο από τη σκοτεινή, υπόδουλη παλαιότητα παρά από την ακτινοβολούσα, πολλάκις εξυμνημένη αρχαιότητα της Ελλάδας. Όπως σχολίαζε: «Με την αρχαιότητα μας συνδέει ο θαυμασμός, με την παλαιότητα ο πόνος... Εις ημάς η έννοια της αρχαιότητος όχι μόνον εξηφάνισε την έννοιαν της παλαιότητος, αλλά και μας ενέπνευσε και άσπονδον προς αυτήν μίσος· παλαιόν πράγμα εις την Ελλάδα δεν μένει στα πόδια του και πρώτη δουλειά του υιού που πλούτισε είναι να κρημνίση το σπίτι του πατέρα του.»

 

Παράλληλα με τις ιστορικές του μελέτες, εξέδωσε και πλήθος λογοτεχνικών κειμένων, όπως τα "Αθηναϊκά διηγήματα", "Αι Αθήναι που φεύγουν", "Μύθοι και διάλογοι", "Αττικοί έρωτες", "Θρύψαλα". Τα τελευταία αποτελούσαν συλλογή αποφθεγμάτων που διακρίνονταν για το χιούμορ και την ευστοχία τους. Να μερικά: «Ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που εξαρτάται μόνο από τις τιράντες του.», «Λέγουν αγάπησε και τρελλάθηκε ενώ έπρεπε να πουν τρελλάθηκε και αγάπησε», «Περισσότερο επικίνδυνη είναι μια σπίθα στα γεράματα παρά μια πυρκαϊά στα νειάτα», «Ο έρως δεν είναι πράγμα σύγχρονον, άλλως δεν θα τον εζωγράφιζαν με τόξον», «Η Αρχαία Ελλάς είχε πολίτας, η Ανατολή είχε όχλον, ημείς δεν έχομεν ούτε το ένα ούτε το άλλο», «Αν θέλεις να κάμης καλόν, χωρίς να μετανοήσεις, ελευθέρωσε τα πουλάκια του κλουβιού. Δεν θα σε ευχαριστήσουν, αλλ' ούτε θα σε βρίσουν καμμιά μέρα.», «Οι άνευ αξίας εκλεκτοί του λαού επιθυμούν να μένη ο λαός αμαθής· μόνον εις το σκοτάδι φαίνεται η πυγολαμπίς ότι κάτι είναι.», «Η Αγγλία έχει μιαν Κάτω και μιαν Άνω Βουλήν, ημείς έχομεν μίαν άνω κάτω» (σε αυτή τη συλλογή αποφθεγματικών ορισμών αναφέρεται και η σημείωση του στο άρθρο "Το μονοπάτι της σπηλιάς" περί «θρυψαλικού» χαρακτηρισμού της πάστρας).

 

Τα κείμενα του τα υπέγραφε συχνά με διάφορα ψευδώνυμα, όπως "Αναδρομάρης", "Απολλινάριος", "Δήμος Κάππας", "Πέτρος Κάραβος", "Ονούφριος", "Γαύρος Ορνίθης", "Παμπάλαιος", "Παχούμιος", "Τιπούκειτος", "Πέτρος Χελιδόνης". Αρθρογραφούσε ταυτοχρόνως σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ενώ την περίοδο 1884–1887 είχε διευθύνει την έκδοση της εφημερίδας του πατέρα του "Εβδομάς", λογοτεχνικού και λαογραφικού κυρίως περιεχομένου.

 

Το 1917, με την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ο Καμπούρογλου παύθηκε από διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αρνούμενος το ρόλο του απόμαχου, ξεκίνησε συστηματικές πεζοπορικές και ορειβατικές εξορμήσεις ανά την Αττική. Την επαφή με τη φύση τη βίωνε ως μυσταγωγία, απέχοντας πολύ από «φυσιολάτρες» εκδρομείς που αφαιρούν τα στολίδια του δάσους για να τα βάλουν στο σπίτι τους, αφήνοντας πίσω σκουπίδια. Στις 26 Δεκεμβρίου του 1920 απηύθυνε πρόσκληση σύστασης εκδρομικού σωματείου, τον "Οδοιπορικό Σύνδεσμο οι 12 Απόστολοι", όπως το ονόμασε, όπου οι Απόστολοι παρέπεμπαν στην έννοια της «αποστολικής» πεζοπορίας. Ο σύνδεσμος ιδρύθηκε στις 21 Μαρτίου του 1921 στην μπυραρία του Φιξ, και σαν προορισμός της πρώτης εξόρμησης ορίστηκε –ποιος άλλος;– η Πεντέλη. Παρότι ο σύλλογος αυτός προσέλκυσε σύντομα μετά την ίδρυση του πολλά νέα μέλη και είχε αρκετή επιτυχία, ο Καμπούρογλου γρήγορα απογοητεύτηκε από τον οργανωμένο εκδρομισμό και τον εγκατέλειψε, συνειδητοποιώντας αυτό που μάλλον ήξερε ανέκαθεν, ότι δηλαδή κάποια πράγματα δεν είναι φτιαγμένα για να βιώνονται μέσα από το πλήθος. Εξακολούθησε τις περιπλανήσεις, μόνος όμως ή παρέα με λιγοστούς και καλούς φίλους. Όπως εξακολούθησε και να ασχολείται με τις μελέτες του, εκδίδοντας τα "Τοπωνυμικά παράδοξα" (1920), το "Αθηναϊκόν αρχοντολόγιον" (1921), το "Μελέται και έρευναι" (1923–1926) και αρκετά άλλα έργα.

 

Το 1927, δέκα χρόνια μετά την αποχώρηση του από την Εθνική Βιβλιοθήκη, ήρθε η μεγάλη αναγνώριση του έργου του, καθώς έγινε ο πρώτος δι' εκλογής ακαδημαϊκός. Του απονεμήθηκε, δηλαδή, η διάκριση αυτή, όχι κατόπιν επιλογής, όπως ήταν καθιερωμένο μέχρι τότε, αλλά έπειτα από ψηφοφορία των λοιπών ακαδημαϊκών. Ο ίδιος, σεμνός πάντα, είχε δηλώσει αστειευόμενος: «Εκατέβηκα τα σκαλιά της Βιβλιοθήκης για ν' ανεβώ εκείνα της Ακαδημίας» (τα κτίρια βρίσκονται πρακτικά δίπλα το ένα στο άλλο επί της οδού Πανεπιστημίου). Και εξακολούθησε να ανεβαίνει τα «σκαλιά»: τα έτη 1934 και 1935 διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Λίγο αργότερα, στις 19 Απριλίου 1936, ως αναγνώριση της προσφοράς του, του έγινε μία τιμή την οποία λίγοι άνθρωποι απολαμβάνουν όσο βρίσκονται εν ζωή: έπειτα από πρωτοβουλία επιτροπής συμπολιτών του, και με την υποστήριξη και χρηματική χορηγία του Δήμου Αθηναίων, του συλλόγου Αθηναίων, της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Βρετανογαλλικής Τράπεζας, της ένωσης θεατρικών συγγραφέων, της λέσχης επιστημόνων, της ένωσης συντακτών, αλλά και ιδιωτών όπως ο Αντώνιος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος Χαλκοκονδύλης και οι Γεώργιος και Δημήτριος Σκουζές, έγιναν στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρίας, στην καρδιά της Πλάκας, τα αποκαλυπτήρια προτομής του.

 

Άνθρωπος που τον απωθούσαν οι φανφάρες, ο Καμπούρογλου είχε αρχικά αρνηθεί την πρόταση, δηλώνοντας «Σας ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου. Θα επιθυμούσα όμως η προτομή μου αυτή ν' ανεγερθή μετά τον θάνατον μου» συμπληρώνοντας με χιούμορ «Φοβούμαι ότι όταν κανείς μαρμαρώση, παύει να έχει θέσι στη ζωή». Τελικά, παρά τους ενδοιασμούς του, η προτομή ανεγέρθηκε, και τη σύντομη ομιλία του ο Καμπούρογλου την έκλεισε με μία φράση του Σατωμπριάν: «Αν πρόκειται να επιζήση το όνομα μου, έγραψα αρκετά. Αν πρόκειται να λησμονηθή, πάρα πολλά.»

 

Διανύοντας την ένατη δεκαετία της ζωής του, βρέθηκε αντιμέτωπος με μία –συνηθισμένη στη χώρα μας– τραγελαφική κατάσταση. Έχοντας διαδοθεί οι μελέτες του, διάφοροι άσχετοι υφάρπαζαν ολόκληρα εδάφια, τα διαστρέβλωναν κατά το δοκούν, τα έκοβαν και τα έραβαν στα μέτρα τους, και τα παρουσίαζαν ως καινοφανή προϊόντα υψηλής νόησης και έρευνας. Ο ακριβολόγος Καμπούρογλου, που σε όλη του τη ζωή είχε κοσκινίσει το κάθε στοιχείο και περάσει από έλεγχο την παραμικρή πληροφορία, έβλεπε τώρα τις πηγές που με χίλιους κόπους είχε φέρει στην επιφάνεια να χρησιμοποιούνται για τη διάδοση ποικίλων ασυναρτησιών, που καμία σχέση δεν είχαν με την ιστορική αλήθεια, ήταν όμως αρεστές και βαυκαλιστικές για το αναγνωστικό κοινό. Αγανακτισμένος, δεν μπορούσε να χωνέψει την ασυδοσία με την οποία κάποιοι κακοποιούσαν την Ιστορία και εκμεταλλεύονταν το έργο του. Σημείωνε χαρακτηριστικά σε κάποιο γράμμα: «Εις τον χθεσινόν "Ασύρματον" εδημοσίευσα τινά περί προχειρογραφίας ως μάστιγος, ανυποφόρου πλέον. Τι δε εδιάβασα εις άλλες εφημερίδες και περιοδικά είναι αφάνταστον! Όσοι μπορείτε, πρέπει να επανορθώσετε. Βοηθώ προφορικώς. Απηύδησα πλέον να γράφω και η σχετική των ως άνω απάντησις μου, θα είναι η τελευταία μου εργασία.»

 

Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρήκε σε προχωρημένη πια ηλικία. Παρά την ηλικία του, ωστόσο, ο Καμπούρογλου, παρακολουθώντας τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς, ευχόταν να ήταν και εκείνος σε θέση να πολεμήσει. Σε γράμμα του στο μέτωπο της Αλβανίας, με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1940, έγραφε: «Με χαράν και υπερηφάνειαν παρακολουθώ την δοξασμένην δράσιν σας λυπούμαι δε ότι το γήρας μου δεν μου επιτρέπει να αυξήσω κατά ένα τους προμάχους της Μεγάλης μας Πατρίδος». Σε άλλο γράμμα προέτρεπε συμβολικά: «Κτυπάτε τους Πέρσας! Είναι το ωραιότερον και εθνικότερον κυνήγι.»

 

Οι μέρες της Γερμανο–Ιταλικής κατοχής τον γέμισαν πικρία. Αυτός, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να αναδείξει το ψυχικό σθένος του Ελληνισμού τους πέτρινους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τώρα στα γεράματα ζούσε την κατοχή της πατρίδας του από έναν νέο δυνάστη. Το ακόλουθο περιστατικό, που εξιστορήθηκε από τον συγγραφέα Τάκη Λάππα στο περιοδικό "Φυσιολάτρης" το 1952, είχε αποτελέσει μία από τις τελευταίες πράξεις της ζωής του.

 

Τον πρώτο καιρό της κατοχής, λοιπόν, οι Ιταλοί, επιδιώκοντας να κατευνάσουν την αντίδραση των Ελλήνων μέσα από άρθρα του προπαγανδιστικού τους περιοδικού "Κουατρίβιο", αποζητούσαν τη συνεργασία προβεβλημένων Ελλήνων συγγραφέων για τη δημοσίευση σχετικών άρθρων. Μερικοί συνεργάστηκαν. Κάποια στιγμή έφτασαν και στον Καμπούρογλου, ο οποίος ενημερώθηκε με τηλεφώνημα ότι την επόμενη μέρα θα δεχόταν επίσκεψη από έναν Ιταλό αξιωματικό και το διερμηνέα του. Πράγματι, την επομένη το κουδούνι του σπιτιού του χτύπησε την προκαθορισμένη ώρα, και ο Καμπούρογλου υποδέχτηκε τους δύο επισκέπτες φορώντας μαύρα ρούχα. Ο Ιταλός αξιωματικός του ζήτησε τη συγγραφή ενός άρθρου που θα φανέρωνε την επίδραση του ιταλικού πολιτισμού στην Ελλάδα, ή θα γινόταν εκτεταμένη αναφορά στη «βαθιά και μακραίωνη Ελληνο–Ιταλική φιλία», μη παραλείποντας να τονίσει ότι ως ανταμοιβή τον περίμενε μια σεβαστή ποσότητα τροφίμων. Ο Καμπούρογλου ζήτησε από το διερμηνέα να μεταφέρει στον αξιωματικό ότι είχε από καιρό σταματήσει να γράφει, όμως ο αξιωματικός επέμενε. Τότε ο ιστορικός της Αθήνας, παίρνοντας ένα βαθυστόχαστο ύφος, έκανε τάχα πως σκεφτόταν και ξαφνικά είπε: «Α, να κάτι θυμήθηκα. Έχω γράψει κάτι και εγώ για τους Ιταλούς. Αν σας κάνει, ευχαρίστως να το δημοσιεύσετε.»

 

Χαρούμενος ο διερμηνέας, μετέφραζε στον αξιωματικό. Και ο Καμπούρογλου συνέχισε: «Θα σας δώσω ένα πολύ ωραίο κομμάτι. Ο τίτλος του είναι: Πώς ο Μοροζίνης ανετίναξε τον Παρθενώνα.» (πολιορκία της Αθήνας από τους Ενετούς – κανονιοβολισμός και καταστροφή στις 26/09/1687 του μεσαίου τμήματος του Παρθενώνα, τον οποίο οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε πυριτιδαποθήκη).

 

Σαστισμένος, ο διερμηνέας δίσταζε να συνεχίσει τη μετάφραση. Αλλά ο Καμπούρογλου, με χαρωπό ύφος, του έδινε θάρρος: «Mεταφράσατε σας παρακαλώ εις τον κύριο αξιωματικό τον τίτλον του άρθρου μου. Είναι αρκετά ενδιαφέρον.»

 

Ενοχλημένος ο Ιταλός αξιωματικός, μετά την απάντηση αυτή, έφυγε χωρίς να πει κουβέντα και δεν ξαναπάτησε ποτέ στο σπίτι του Καμπούρογλου.

 

Δεν πρόλαβε να δει τον τόπο που τόσο είχε αγαπήσει ελεύθερο ξανά. Έφυγε ήσυχα το χειμωνιάτικο πρωινό της 21ης Φεβρουαρίου 1942, στο σπίτι του της οδού Μακεδονίας 29.

 

Ο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου

 

 

Αυτός ήταν, μέσα από πολύ λίγες γραμμές, ο Καμπούρογλου (τα στοιχεία για τα προηγούμενα προέρχονται από τη βιογραφία του με τίτλο "Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, ο αναδρομάρης της Αττικής και της Αθήνας", γραμμένη από τον Δημήτριο Αλ. Γέροντα – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος, φυσιολάτρης, εκδότης, ακαδημαϊκός, μα πρώτα και πάνω απ' όλα αναδρομάρης, άφησε πίσω του δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες άρθρα, όλα διαποτισμένα από το ίδιο πάθος για την αναζήτηση ενός χαμένου παρελθόντος.

 

Ας ταυτίσουμε, λοιπόν, τώρα κι εμείς το συγγραφέα με το άρθρο του, κι ας ακολουθήσουμε τα βήματα του –μεταφορικά και κυριολεκτικά– πίσω, στο μονοπάτι της σπηλιάς.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ