Στα όνειρα, το μέρος μού είναι οικείο, σαν να έχω ξαναβρεθεί εκεί και να επιστρέφω μετά από καιρό. Είναι πάντα βράδυ, αλλά το σκοτάδι είναι διαυγές, και δε θυμάμαι να έχω δει ποτέ φώτα. Υπάρχει η αίσθηση ότι είναι νωρίς – ένα διαρκές, αισιόδοξο νωρίς, άφθαρτο στο χρόνο. Φτάνω πάντα με κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς, μάλλον λεωφορείο. Οι άνθρωποι με ξέρουν και τους ξέρω, όπως θα γνωρίζονταν μεταξύ τους παλιοί γείτονες. Αισθάνομαι απόλυτη ελευθερία. Στην κανονική ζωή, έχω κόψει το κάπνισμα προ πολλού· στο ονειρικό μέρος, αγοράζω τσιγάρα δίχως ενοχές, από ένα περίπτερο με μάρκες που δεν έχω ξαναδεί. Το νυκτερινό περίπτερο βρίσκεται σε μια μικρή πλατεία, απ' όπου εκτείνονται διάφοροι δρόμοι. Και πάλι, νιώθω απόλυτα ελεύθερος να κινηθώ προς όποια κατεύθυνση θέλω. Η θερμοκρασία είναι ιδανική, το διαυγές σκοτάδι έχει μια βελούδινη αίσθηση, κι εγώ γλιστράω μέσα του νιώθοντας ξεκούραστος – σε ευεξία. Περιπλανιέμαι για λίγο, κι έπειτα καταλήγω πάντα σε έναν μεγάλο κεντρικό δρόμο.
Δεξιά κι αριστερά κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν βιβλιοπωλεία. Μπαίνω σε όλα. Τα βιβλία που πωλούνται εκεί δεν είναι συνηθισμένα· είναι αντίτυπα σπάνιων τίτλων που γνωρίζω, αλλά δεν έχω ξανασυναντήσει. Δεν αγοράζω τίποτα· χαζεύω μόνο, ξεφυλλίζοντας και τοποθετώντας τα βιβλία πίσω στις θέσεις τους. Οι βιβλιοπώλες είναι φιλικοί και μου πιάνουν κουβέντα. Με αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση, γνωρίζοντας ότι τα βιβλία τους κοστίζουν ακριβά και δεν είναι για τον καθένα. Τα φέρνουν από μακριά, απευθυνόμενοι σε συγκεκριμένους αγοραστές, που είναι γνώστες τόσο των δυσεύρετων τίτλων όσο και της ύπαρξης του μέρους. Γύρω μου στέκουν λιγοστοί άλλοι πελάτες, που ξεφυλλίζουν κι αυτοί, απορροφημένοι. Επικρατεί μια γενικότερη ατμόσφαιρα μυσταγωγίας στα καταστήματα αυτά, τα οποία έχουν μεν ανοίξει πρόσφατα, αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται εκεί από παλιά, ίσως από πάντα. Μάλλον πρόκειται για παλαιοβιβλιοπωλεία τελικά. Και τα βιβλία τους δεν είναι πολλά· καθένα διαθέτει καμιά εκατοστή τίτλους όλους κι όλους.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα βιβλιοπωλείο μεγάλο, με δαιδαλώδεις διαδρόμους γεμάτους ράφια. Περιφέρομαι αρκετή ώρα μέσα τους, δίχως να συναντώ άλλους πελάτες. Ο βιβλιοπώλης βρίσκεται κάπου κοντά, αλλά δεν τον βλέπω. Με ξέρει. Τα βιβλία στα παραγεμισμένα ράφια είναι όλα σκληρόδετα, όλα με κοκκινερά εξώφυλλα. Υπάρχουν πράγματα που έχω ξεχάσει, και ξαναθυμάμαι καθώς τα κοιτάζω. Αισθάνομαι ότι δεν είναι δυνατόν να φύγω από εκεί χωρίς να αγοράσω κάτι.
Συνήθως, στο σημείο αυτό, τα όνειρα διακόπτονται. Αλλά, μερικές φορές φαίνεται να υπάρχει και συνέχεια. Λέω φαίνεται, γιατί δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο πρόκειται για πραγματική συνέχεια ή για διαφορετικά όνειρα που η ονειρική μου συνείδηση επιπροβάλλει.
Όπως και να 'χει, παρότι συγκεχυμένο, το μοτίβο της συνέχειας είναι λίγο–πολύ σταθερό: έχω φύγει από τα βιβλιοπωλεία –απροσδιόριστο πώς– και προχωρώ στο βάθος του μεγάλου κεντρικού δρόμου. Τώρα, εκεί υπάρχει κάτι σαν γήλοφος ή παλιά κτίσματα ή μεγάλη ανοιχτωσιά, απ' όπου ξεκινά μία στενή υπόγεια δίοδος. Έντονα συναισθήματα με κατακλύζουν στο σημείο αυτό. Η υπόγεια δίοδος μού είναι γνώριμη – σχεδόν επώδυνα γνώριμη. Κάποτε τη διένυα συχνά, όμως από τότε έχουν μεσολαβήσει πάρα πολλά χρόνια. Λίγοι γνωρίζαμε την ύπαρξη της, και την περνούσαμε σαν παιδιά που, εν είδει δοκιμασίας, επιδίδονται σε ένα δύσκολο κι επικίνδυνο εγχείρημα. Ήταν πολύ στενά και σκοτεινά μέσα της – έπρεπε να ξέρεις πώς να κινηθείς, πού να πιαστείς, πότε να συρθείς. Είχα μάθει να τα κάνω μηχανικά όλα αυτά, φτάνοντας στην άλλη άκρη χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Όμως, δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα να το ξανακάνω τώρα, και δεν ξέρω και κατά πόσο η δίοδος παραμένει βατή μετά από τόσα χρόνια. Διστάζω να συρθώ ξανά εκεί μέσα, όχι τόσο λόγω των δυσχερειών, όσο επειδή είναι κάτι πολύ παλιό, που ανήκει σε έναν παραγεγραμμένο χρόνο.
Τελικά μπαίνω. Είναι όσο στενά και κλειστοφοβικά θυμόμουν. Προχωρώντας με δυσκολία, φτάνω σε ένα μεγάλο κοίλωμα. Υπάρχουν κατασκευές εκεί, ή έτσι νομίζω. Επικρατεί μια αίσθηση παλαιότητας κι εγκατάλειψης. Νιώθω ότι έχω χάσει επεισόδια, ότι έχουν συμβεί πολλά από την τελευταία μου επίσκεψη. Το άλλοτε οικείο μέρος μού είναι πια ξένο, κι εγώ ξένος προς αυτό. Αισθάνομαι το βάρος του χρόνου που έχει περάσει και θέλω να φύγω. Με προσπάθεια έρπω στο στενό τούνελ που οδηγεί στην έξοδο, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που βάζω τον εαυτό μου εκεί. Κάποια στιγμή βγαίνω έξω. Βρίσκομαι πάλι στο σημείο της εισόδου, παρότι έχω διανύσει σημαντική απόσταση υπογείως. Κοιτάζω ολόγυρα. Πίσω μου εκτείνεται ο μεγάλος δρόμος, αλλά κάπως διαφορετικός. Ξυπνάω.
Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς ξεκίνησαν τα όνειρα. Ούτως ή άλλως, η μνήμη μου των ονείρων γενικά, ανεξαρτήτως περιεχομένου, λειτουργούσε περίεργα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Σε άσχετες στιγμές, ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, ανακαλούσα ξαφνικά ονειρικές σκηνές που δεν είχα θυμηθεί ποτέ πριν. Μπορεί να είχα ξεχάσει εντελώς ένα όνειρο ξυπνώντας, και να το θυμόμουν τυχαία κάποια στιγμή μετά από χρόνια, με λεπτομέρειες. Δεν είχα ακούσει να συμβαίνει σε άλλους κάτι ανάλογο, και δεν έδινα σημασία, αποδεχόμενος απλώς το φαινόμενο. Κατά τα λοιπά, ο ονειρικός μου βίος δεν παρουσίαζε ιδιαιτερότητες: έβλεπα όνειρα όλων των ειδών, από παράλογα μέχρι κινηματογραφικά, ξεχνώντας τα συνήθως το πρωί, όπως οι περισσότεροι.
Ξαφνικά, πριν ένα μήνα περίπου, οι αναμνήσεις ονείρων από το πουθενά έγιναν πιο έντονες και συχνές. Αρχικά σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να μην πρόκειται για πραγματικές αναμνήσεις, αλλά για παιχνίδια της μνήμης – ένα είδος ονειρικού déjà vu. Απέρριψα την ιδέα. Όχι, οι αναμνήσεις ήταν γνήσιες· ήμουν σίγουρος γι' αυτό, όσο κανείς μπορεί να είναι σίγουρος για οτιδήποτε. Δεν έδωσα περισσότερη σημασία, μέχρι που η έξαρση άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Εστιάζοντας πλέον περισσότερο στο τι συνέβαινε, διαπίστωσα ότι η μνήμη μου συμπεριφερόταν παράξενα και εντός των ονείρων. Όλο και πιο συχνά ανακαλούσα, ενώ ονειρευόμουν, ανύπαρκτα μέρη, ανύπαρκτες καταστάσεις, ανύπαρκτα πρόσωπα, ακόμη κι ανύπαρκτα παλαιότερα όνειρα, που όμως έφεραν τη σφραγίδα του πραγματικού. Σε κάποιο βαθμό, αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, σποραδικά όμως, και σίγουρα όχι με τέτοια αληθοφάνεια.
Είπα πριν ότι δε θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησαν τα όνειρα με τα βιβλιοπωλεία. Θυμάμαι, ωστόσο, ότι ήταν τη συγκεκριμένη περίοδο που ονειρεύτηκα το πιο έντονο, εκείνο που με οδήγησε σε ό,τι ακολούθησε. Θυμάμαι ότι είχα ξυπνήσει πριν το ξημέρωμα, νιώθοντας τρομερή δίψα. Λίγες στιγμές πριν, στεκόμουν στο δρόμο των βιβλιοπωλείων, έχοντας βγει από την υπόγεια δίοδο· τώρα, βρισκόμουν ξαπλωμένος, στη σιωπή του δωματίου μου. Σηκώθηκα, ήπια νερό, και επέστρεψα στο κρεβάτι. Μετά από λίγο άναψα το φως. Ήταν προφανές ότι δε θα κοιμόμουν άλλο, μου είχε περάσει κάθε νύστα. Έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι, αναλογιζόμενος όσα είχα ονειρευτεί. Ήταν πολύ γνήσια, πολύ αληθινά. Προηγουμένως κοιμόμουν, τώρα είχα ξυπνήσει, όμως η αίσθηση ήταν ότι συνέβαινε το αντίθετο – ότι τώρα ήμουν εν ύπνω, ενώ πριν είχα τα μάτια ανοιχτά.
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε η ιδέα. Σκέφτηκα –ή ένιωσα– ότι αν βρισκόμουν, έτσι ξαφνικά, σε μια περιοχή άγνωστη, αν «ξυπνούσα» σαν υπνοβάτης σε ένα μέρος που δεν είχα ξαναδεί, τότε ίσως αυτή η μετακίνηση να με μετακινούσε και από την τωρινή εν ύπνω –η αίσθηση επέμενε– κατάσταση, ξυπνώντας με σε κάτι άλλο. Τουλάχιστον, αυτή είναι η εκλογίκευση που κάνω τώρα, βλέποντας τα πράγματα από μια απόσταση. Τότε, δε θα μπορούσα να πω γιατί σκέφτηκα έτσι, ούτε καλά–καλά αν ήμουν εγώ που έκανα τη σκέψη ή κάποιος άλλος μέσα μου. Αισθανόμουν ότι μια τέτοια κίνηση θα ερχόταν ως συμπλήρωμα, ως φυσική συνέχεια των ονείρων, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω γιατί. Μου ακούγεται αυθαίρετο και παράλογο αυτό τώρα, αλλά εκείνη τη στιγμή είχε όλο το νόημα του κόσμου.
Ετοιμάστηκα βιαστικά, για να μην προλάβω να μετανιώσω, και βγήκα έξω. Αρχές Δεκέμβρη, το πρωινό ήταν κρύο, ενώ ακόμα επικρατούσε σκοτάδι. Απορροφημένος σε σκέψεις, περπάτησα ως τον κοντινότερο σταθμό μετρό. Μπαίνοντας, αποφάσισα να πάρω τη γραμμή προς Ομόνοια, απ' όπου θα συνέχιζα προς όποια κατεύθυνση επέλεγα. Επιβιβάστηκα στον πρώτο συρμό και κάθισα δίπλα σε μισοκοιμισμένους συνεπιβάτες που λικνίζονταν πέρα–δώθε, ακολουθώντας τις κινήσεις του βαγονιού. Βρήκα τώρα το χρόνο για μια μικρή ενδοσκόπηση: οι άλλοι πήγαιναν στις δουλειές τους· εγώ, πού ακριβώς πήγαινα; Και γιατί; Ήρθε ξανά στο μυαλό μου το όνειρο. Ήταν ακόμα ζωντανό. Το ότι βρισκόμουν τώρα εδώ ήταν ένα είδος συνέχειας. Όχι, δε μετάνιωνα που είχα αφήσει το σπίτι μου για κάτι το φαινομενικά ασυνάρτητο. Αντιθέτως, ένιωθα μια ζωτικότητα που με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Έπαψα την ενδοσκόπηση και αφέθηκα στη διαδρομή.
Ο σταθμός Ομονοίας έσφυζε από κίνηση, εν μέσω πρωινής ώρας αιχμής. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν – στις αποβάθρες, στις σκάλες, στους διαδρόμους. Θα πρέπει να ήμουν από τους ελάχιστους που δε βιάζονταν, και μάλλον ο μοναδικός σε όλον το σταθμό που δεν είχε συγκεκριμένο προορισμό. Ανέβηκα δύο επίπεδα προσπαθώντας να αποφασίσω προς τα πού θα συνέχιζα, και τελικά στάθηκα μπροστά σε έναν μεγάλο χάρτη δρομολογίων. Διέτρεξα τα ονόματα των σταθμών, ώσπου συνειδητοποίησα ότι η πράσινη γραμμή αντιστοιχούσε στον Ηλεκτρικό. Ελάχιστες φορές τον είχα χρησιμοποιήσει, η τελευταία δεκαετίες πριν, όταν ακόμα δεν είχε διασυνδεθεί με το σύστημα του μετρό. Αισθάνθηκα ότι είχα βρει τη συνέχεια που ζητούσα, και κατηφόρισα ξανά τα επίπεδα του δαιδαλώδους σταθμού, προς τις αποβάθρες.
Οι ράγες του Ηλεκτρικού ήταν αρκετά πιο ανώμαλες από του μετρό, με αποτέλεσμα ο συρμός να ταλαντεύεται διαρκώς, κάνοντας θόρυβο. Είχα πάρει τη γραμμή προς τα βόρεια, σκοπεύοντας να κατέβω σε κάποια τυχαία στάση. Όρθιος τη φορά αυτή, παρακολουθούσα τα τοιχώματα της υπόγειας σήραγγας να με προσπερνούν, αναλογιζόμενος πόσοι και με πόσο διαφορετικές σκέψεις είχαν περάσει κατά καιρούς από τις ίδιες ράγες. Ξαφνικά, ο συρμός βγήκε από τη σήραγγα, συνεχίζοντας στο επίγειο τμήμα της διαδρομής. Για πρώτη φορά από το ξύπνημα, μπόρεσα να δω το φως της ημέρας – μιας μουντής, συννεφιασμένης ημέρας, με ασυνήθιστα βαρύ ουρανό.
Η μετάβαση από το σκοτάδι στο φως λειτούργησε ως μικρό σοκ, ωθώντας με σε έναν ακόμα εσωτερικό έλεγχο: τι στα κομμάτια γύρευα εδώ; Γιατί δεν ήμουν στο κρεβάτι ή έστω στο σπίτι μου; Ήταν μια μέρα δίχως υποχρεώσεις, και θα μπορούσα να την είχα διαθέσει με χίλιους–δυο άλλους τρόπους. Οι σκηνές του ονείρου αναδύθηκαν και πάλι από τη μνήμη μου, πιο θολές τώρα. Ένιωσα ότι υπήρχε κάτι περισσότερο σε αυτό που έκανα, πίσω από τις πράξεις και τα γεγονότα. Επιβεβαίωσα ξανά την πρόθεση να συνεχίσω, αν και –με ανησύχησε λίγο αυτό– όχι με τον αρχικό αυθορμητισμό. Τελικά απορροφήθηκα στη θέα έξω από το παράθυρο, όπου σειρές κτιρίων περνούσαν ατελείωτα μπροστά μου, πιο γρήγορα εκείνα δίπλα στις γραμμές, πιο αργά τα απομακρυσμένα στο βάθος. Μου ήταν πρακτικά άγνωστες οι περιοχές αυτές, κι αν δεν υπήρχαν τα ονόματα των σταθμών δε θα μπορούσα να πω πού καλά–καλά βρισκόμουν. Επομένως, είχα φτάσει. Καθώς ο συρμός επιβράδυνε, μετακινήθηκα προς την πόρτα, και λίγο αργότερα αποβιβάστηκα σε μια στάση που δεν είχα ξανακατέβει ποτέ. "Περισσός" έγραφε στις πινακίδες.
Βγαίνοντας από το σταθμό, με υποδέχτηκε παγωνιά. Κοιτάζοντας τον ουρανό είδα ότι η πυκνή νέφωση είχε χαμηλώσει κι άλλο, ενώ στον αέρα υπήρχε μια αίσθηση αυξημένης υγρασίας. Θεώρησα, παρόλα αυτά, την πιθανότητα βροχής μικρή, και ξεκίνησα να περπατάω. Μέχρι εκείνο το σημείο, η πορεία ήταν μεν τυχαία, αλλά προδιαγεγραμμένη σε ράγες· τώρα, κάθε βήμα ενείχε μια απόφαση – μία επιλογή.
Το πρόβλημα της συνέχειας λύθηκε προσωρινά, καθώς μπροστά μου διέκρινα την ταμπέλα ενός μικρού καφέ. Τέτοια ώρα, με τέτοιον καιρό, ένας καφές ήταν περίπου υποχρεωτικός. Μπήκα στο μικρό, άδειο από κόσμο κατάστημα, προχώρησα στον πάγκο, και ζήτησα από τον μεσήλικο άνδρα έναν ζεστό καφέ. Περιμένοντας, έμεινα να χαζεύω τα πολύχρωμα φωτάκια στη τζαμαρία. Ήταν η περίοδος πριν τα Χριστούγεννα, οπότε τα περισσότερα καταστήματα έφεραν κάποιου είδους στολισμό. Στο συγκεκριμένο υπήρχαν οι συνηθισμένες σειρές από πολύχρωμα φωτάκια που αναβόσβηναν σε διάφορους χρονισμούς. Μια χαμηλωμένης έντασης ηλεκτρονική μελωδία, στα όρια της ακοής, συνόδευε τις ρυθμικές εναλλαγές των φώτων, και για λίγο, αφηρημένος όπως κοίταζα, ένιωσα σαν υπνωτισμένος. Από την απορρόφηση με έβγαλε η χειρονομία του μεσήλικου άνδρα, που μου έτεινε τον καφέ. Πλήρωσα, και βγήκα έξω.
Με τον αχνιστό καφέ ανά χείρας και την αμυδρή μελωδία ακόμα στ' αυτιά μου, ξεκίνησα να περπατάω. Κατευθύνθηκα προς τα δυτικά, νιώθοντας τώρα μόνο ότι είχα ξυπνήσει εντελώς, και ότι τώρα η βόλτα ξεκινούσε πραγματικά. Η περιοχή εδώ δεν ήταν τυπική της Αθήνας: υπήρχαν εκτάσεις κενές από κτίσματα, παρκάκια χωρίς κόσμο, εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά ακίνητα, αλλά και πολυκατοικίες, ορισμένες ασυνήθιστα ψηλές. Συνολικά, η αίσθηση ήταν αυτή ενός μέρους εντός αστικού ιστού μεν, αλλά ταυτόχρονα απόμερου, άγνωστου ή ξεχασμένου από τους πολλούς.
Η εντύπωση του απόμερου ενισχύθηκε καθώς συνέχιζα, γεννώντας ξαφνικά περίεργες σκέψεις, που δε θυμάμαι να είχα ξανακάνει. Σκεφτόμουν, συγκεκριμένα, ότι στα χωρία, η κατοικημένη έκταση, ο κόσμος των ανθρώπων, τελειώνει απότομα, και μετά ξεκινάει η φύση. Προφανώς όχι τυχαία, οι περισσότερες διηγήσεις υπερφυσικού περιεχόμενου –ασχέτως προέλευσης ή βασιμότητας– είχαν ως επίκεντρο τη ζώνη αυτή, λίγο έξω από το χωρίο, στο μεταίχμιο μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Παράξενα συναπαντήματα, αλλόκοτα όντα, οράματα, ήχοι, κλπ. εκδηλώνονταν συνήθως κάπου εκεί, λίγο μετά τις παρυφές του κόσμου των ανθρώπων, ενώ τα σπίτια του χωριού ήταν ακόμα ορατά. Στις πόλεις, δεν υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός με τη φύση. Το πλησιέστερο ανάλογο θα ήταν οι ζώνες μετάπτωσης μεταξύ περιοχών, όπου ένα «χωριό» τελείωνε, και ξεκινούσε κάποιο άλλο, με διαφορετική φυσιογνωμία. Το μέρος στο οποίο βάδιζα τώρα είχε μια τέτοια υπόσταση ενδιάμεσης ζώνης, στα όρια του χώρου και του χρόνου της πόλης.
Οι σκέψεις αυτές δεν κράτησαν πολύ· διαλύθηκαν όσο απότομα είχαν έρθει, σαν να μην είχαν γίνει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς σκεφτόμουν μετά. Ούτως ή άλλως, πλέον διέσχιζα συνηθισμένες γειτονιές, που καμία σχέση δεν είχαν με την προηγούμενη περιοχή. Απλώς προχωρούσα, ρίχνοντας αφηρημένες ματιές δεξιά–αριστερά, αποσπασμένος σε πράγματα ασήμαντα για να τα θυμάμαι. Συνέχισα έτσι αρκετή ώρα ακόμα – δεν ξέρω πόση. Τελικά ένιωσα να κουράζομαι. Είχα πετάξει προ πολλού το άδειο κυπελάκι του καφέ, η μέρα είχε προχωρήσει, και τα παπούτσια είχαν αρχίσει να με στενεύουν. Ανέτρεξα για μία ακόμα φορά σε ό,τι είχε προηγηθεί. Τα γεγονότα του ονείρου ήταν τώρα εντελώς ξεθωριασμένα και απόμακρα – σχεδόν αδιάφορα. Τι ακριβώς έκανα εκεί; Ήταν ώρα να γυρίσω σπίτι.
|
|