ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Οδός Ανθέων (μέρος Γ')

 

 

Περίμενα ότι τα όνειρα της νύχτας θα ήταν επηρεασμένα από όσα είχαν προηγηθεί. Παρά την υπερένταση, κοιμήθηκα νωρίς, καθώς η κούραση και η έλλειψη ύπνου δεν άργησαν να με καταβάλουν. Ξύπνησα το πρωί, νιώθοντας ότι είχα βυθιστεί σε λήθαργο. Δε θυμόμουν απολύτως κανένα όνειρο, και ήμουν βέβαιος ότι δεν είχα ονειρευτεί καθόλου, εν αντιθέσει με την ονειρική έξαρση των τελευταίων εβδομάδων. Πέρασα τη μέρα ασχολούμενος με τρέχουσες δουλειές και υποχρεώσεις, χωρίς να φεύγουν από το μυαλό μου τα γεγονότα της προηγούμενης. Κάθε φορά που έστρεφα τις σκέψεις μου εκεί, αποκόμιζα μια όλο και πιο παράξενη αίσθηση, μαζί με μπερδεμένα συναισθήματα, ευφορίας, ταραχής, δέους, νοσταλγίας. Δεν ήξερα γιατί ένιωθα έτσι, ούτε μπορούσα να ξεδιαλύνω τη σήμαιναν όλα αυτά, όμως αισθανόμουν ότι μου είχε επιτραπεί να κοιτάξω σε κάτι μυστικό, κρυμμένο.

 

Δε θυμάμαι αν την επόμενη νύχτα ονειρεύτηκα, πάντως η ονειρική μου δραστηριότητα αποκαταστάθηκε σύντομα. Ωστόσο, αντί των ζωηρών ονείρων με τις αναμνήσεις από το πουθενά, που με πολιορκούσαν το προηγούμενο διάστημα, επέστρεψα και πάλι στο σύνηθες ονειρικό ρεπερτόριο. Τα γεγονότα εκείνης της μέρας, όχι μόνο δεν έφυγαν από το μυαλό μου, αλλά σταδιακά επέδρασαν σε βαθύτερο επίπεδο. Η εμπειρία είχε εντυπωθεί μέσα μου ως κάτι αυτοτελές, παρότι στην πραγματικότητα αφορούσε επιμέρους συμβάντα ασύνδετα μεταξύ τους, πέρα από τη χρονική αλληλουχία. Και η επίγευση, ξένη προς τα συνήθη βιώματα της καθημερινότητας, έλκυε τις σκέψεις μου σε βαθμό εμμονής.

 

Θα ήταν εύκολο να ξαναεπισκεφτώ το μέρος, όμως είχα απορρίψει την ιδέα. Αφενός δεν ήθελα να αλλοιώσω την αρχική εμπειρία, αφετέρου ένιωθα ότι η σύνδεση με τα όνειρα μόνο μέσω των ονείρων μπορούσε να αποκατασταθεί. Ήξερα ότι αν επέστρεφα θα βίωνα κάτι διαφορετικό, αφού ούτε η εσωτερική μου κατάσταση ούτε οι συνθήκες της επίσκεψης θα ήταν ίδιες. Περίμενα, λοιπόν, να ονειρευτώ κάτι σχετικό με τα γεγονότα που με απασχολούσαν, θεωρώντας ότι ήταν απλώς θέμα χρόνου. Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε. Έβλεπα όνειρα όλων των ειδών, όπως και πριν, όμως δεν μπορούσα να διακρίνω σε αυτά κάτι που θα μπορούσε να σχετίζεται με εκείνη τη μέρα.

 

Ήταν νωρίς ένα βράδυ, κάπου μία εβδομάδα αργότερα, όταν, προσέχοντας ένα βιβλίο τοπωνυμίων στα πάνω ράφια της βιβλιοθήκη μου, σκέφτηκα να κοιτάξω το "Περισσός". Ξεφυλλίζοντας, έπεσα αμέσως στη σχετική σελίδα, όπου αναφερόταν ότι το όνομα είχε δώσει στην περιοχή ένα ομώνυμο ρέμα, σχηματιζόμενο από πλεονάζοντα –«περισσά»– ύδατα ενός παραπλήσια διερχόμενου αρχαίου υδραγωγείου. Αυτόματα, στο μυαλό μου ήρθε η στενή υπόγεια σήραγγα των ονείρων, οπότε, με κεντρισμένο ενδιαφέρον, κάθισα στον υπολογιστή προκειμένου να αναζητήσω περισσότερα στοιχεία. Δε δυσκολεύτηκα να βρω πλήθος πληροφοριών, νιώθοντας όλο και μεγαλύτερη έκπληξη καθώς εστίαζα στην περιοχή από την οποία είχα περάσει. Κατ' αρχάς, το υδραγωγείο που διέσχιζε την ευρύτερη τοποθεσία ήταν σε ορισμένα του τμήματα υπόγειο και σε άλλα υπέργειο, όπως μαρτυρούσαν σωζόμενα ερείπια υδατογεφυρών. Η επικρατέστερη άποψη ήταν ότι αποτελούσε κλάδο του Αδριάνειου, ωστόσο υπήρχαν και άλλες εκτιμήσεις, που έκαναν λόγο για έργο άσχετο ή και για τμήματα διαφορετικών υδραγωγείων. Εναλλακτική εκδοχή υπήρχε και σε σχέση με την ονομασία της περιοχής, συνδέοντας τη με κάποιον "Πέρσο" ποταμό της Μικράς Ασίας – και πάλι, δηλαδή, με τρεχούμενα νερά. Όσο για την ίδια τη συνοικία του Περισσού, αυτή είχε συγκροτηθεί κυρίως από πρόσφυγες, τα χρόνια που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Επωφελούμενες του φθηνού εργατικού δυναμικού, στην περιοχή είχαν εγκατασταθεί σύντομα πολλές βιοτεχνίες, αλλά και βιομηχανίες, οι οποίες, όμως, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1960, παρήκμασαν και εγκαταλείφθηκαν, αφήνοντας πίσω ερειπωμένα κτίρια και κουφάρια εγκαταστάσεων. Καθ' όλη αυτή τη διαδρομή, στον Περισσό είχαν γραφτεί πολλές ιστορίες, οι περισσότερες μισοξεχασμένες ή και εντελώς άγνωστες πια. 

 

Όπως είπα, όμως, ήταν η αναδίφηση της δικής μου διαδρομής στην περιοχή που επεφύλασσε εκπλήξεις. Το αρχικό ξάφνιασμα της ύπαρξης αρχαίου υδραγωγείου, κατ' αντιστοιχία με την υπόγεια δίοδο των ονείρων, μεγάλωσε όταν διαπίστωσα ότι μερικές εκατοντάδες μέτρα από την οδό Ανθέων εντοπιζόταν το σπήλαιο Προφήτη Ηλία Ριζούπολης, ένα από τα πιο εκτεταμένα της Αττικής. Ανατρέχοντας σε έναν σπηλαιολογικό κατάλογο, στη μνήμη μου αναδύθηκαν, όλο και πιο διαυγείς καθώς διάβαζα, οι ονειρικές σκηνές του μεγάλου κοιλώματος με τις παλιές κατασκευές και την αύρα εγκατάλειψης. Το σπήλαιο, με είσοδο από ένα άδειο οικόπεδο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, είχε χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ για πρώτη φορά είχε εξερευνηθεί διεξοδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Οι σπηλαιολόγοι ανέφεραν ότι, μετακινώντας με δυσκολία πέτρες σφηνωμένες στο γνωστό τέρμα του, και έρποντας επί κάποια μέτρα, είχαν βρεθεί σε πολλαπλούς θαλάμους, που συνδέονταν μεταξύ τους με «πόρτες» ή χαμηλά περάσματα. Τον κεντρικότερο τον είχαν ονομάσει "Θάλαμο των Μυστηρίων", ενώ δίπλα υπήρχαν τα "Προϊστορικά Διαμερίσματα", καθώς και ο "Θάλαμος των Πήλινων Αντικειμένων". Οι ονομασίες δεν είχαν δοθεί αυθαίρετα· θραύσματα αγγείων σε συνδυασμό με λίθινα και οστέινα εργαλεία μαρτυρούσαν ότι ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί είτε ως ενδιαίτημα είτε ως τόπος λατρείας κατά την νεολιθική εποχή – ήδη από τις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ., σύμφωνα με τους αρχαιολόγους. Συνολικά, η έκταση του σπηλαίου είχε υπολογιστεί στα 2.500 τετραγωνικά μέτρα, με μήκος διαδρόμων που ανερχόταν σε 500 περίπου μέτρα.

 

Δεν ήταν μόνο το σπήλαιο· κοιτάζοντας στην οθόνη το χάρτη της περιοχής, διαπίστωσα ότι ενώ προχωρούσα στην οδό Ανθέων είχα περάσει δίπλα από ένα νεκροταφείο. Μάλιστα, το τετράγωνο του καταστήματος με τα είδη δώρων που είχα μπει συνόρευε μαζί του· το ίδιο και το γήπεδο, ο δε συρμός του Ηλεκτρικού περνούσε ακριβώς μπροστά. Είχα προσέξει κάποια κυπαρίσσια καθώς περπατούσα, δεν ήξερα, όμως, ότι οριοθετούσαν το Β' Νεκροταφείο Αθηνών. Τελικά, όλοι γνώριζαν το Πρώτο Νεκροταφείο, αλλά οι περισσότεροι –μαζί κι εγώ– αγνοούσαν το Δεύτερο.

 

 

Κάτι ακόμα που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ότι δύο φορές κατά τη διαδρομή, μία στην αρχή και μία προς το τέλος, ενώ ετοιμαζόμουν να κλείσω κύκλο, είχα διασχίσει ένα ρέμα χωρίς να το καταλάβω. Ήταν το ρέμα του Ποδονίφτη, που πήγαζε από τις νοτιοδυτικές υπώρειες της Πεντέλης, διέτρεχε την περιοχή, και τελικά κατέληγε στον Κηφισσό. Θυμήθηκα ότι είχα περάσει από σημεία με καλαμιές και έντονη βλάστηση, αλλά δεν είχα αντιληφθεί ότι στην πραγματικότητα διέσχιζα μικρές γέφυρες, κάτω από τις οποίες κυλούσε νερό.

 

Η μεγάλη έκπληξη, όμως, ήρθε όταν κοίταξα το τμήμα της οδού Ανθέων που είχα περπατήσει. Η εντύπωση μου ήταν ότι προχωρούσα σε μία μεγάλη ευθεία για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο, ενώ στο χάρτη φαινόταν ότι είχα διανύσει λίγες μόνο εκατοντάδες μέτρα. Η διαφορά ήταν τέτοια, που με έκανε να τσεκάρω ξανά και ξανά για να βεβαιωθώ ότι μετρούσα σωστά. Νιώθοντας αυξανόμενη δυσπιστία, έκανα μία εκτίμηση του χρόνου της συνολικής μου διαδρομής: με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς, χάνονταν περίπου δύο ώρες. Έμεινα να κοιτάζω το χάρτη στην οθόνη, κι έπειτα απομακρύνθηκα από τον υπολογιστή. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Ακόμη κι αν είχα παραμείνει στο κατάστημα με τα είδη δώρων για πολύ παραπάνω απ' όσο νόμιζα, σίγουρα, το κενό των δύο ωρών δεν μπορούσε να καλυφθεί. Και δε θυμόμουν να είχα καθυστερήσει κάπου αλλού. Ή, μήπως, είχα;

 

Κοιτάζοντας τώρα έξω από το παράθυρο τη νυχτερινή πόλη, εν μέσω μιας εντεινόμενης αίσθησης αποπραγματοποίησης, άρχισα να κάνω περίεργες σκέψεις: όταν είχα κοντοσταθεί βγαίνοντας από το κατάστημα, μήπως μαζί μου είχε βγει και κάποιος άλλος, στεκόμενος δίπλα; Όταν, φτάνοντας στο γήπεδο, είχα νιώσει την παρόρμηση να επιστρέψω, μήπως τελικά είχα γυρίσει πίσω; Εκείνη την ώρα, δε θα μπορούσα να πω κατά πόσο υπήρχαν αναμνήσεις πίσω από τις σκέψεις ή ήταν οι σκέψεις που δημιουργούσαν την εντύπωση αναμνήσεων. Το βέβαιο ήταν ότι η αύρα εξωπραγματικού συνοδευόταν από μια αίσθηση –ή ψευδαίσθηση– επαυξημένης μνήμης, η οποία ωθούσε σε ακόμη πιο παράξενες υποθέσεις: μήπως τελικά η πορεία προς το μέρος δεν ήταν όσο τυχαία πίστευα; Μήπως είχα ξαναβρεθεί εκεί κάποιο άλλο, χαμένο πρωινό;

 

Δεν κράτησε για παραπάνω από ένα–δύο λεπτά όλο αυτό. Μετά, επανήλθα στη συνήθη αντίληψη των πραγμάτων, με τη διαφορά ότι η μνήμη μου γύρω από κάποια γεγονότα παρέμεινε ασαφής, ίσως περισσότερο από πριν. Τώρα, μου φαινόταν ότι ήταν σε ένα λαβυρινθώδες όνειρο, όχι σε σειρά ονείρων, που είχα δει το μέρος. Κοιμήθηκα βέβαιος ότι εκείνη τη νύχτα θα ονειρευόμουν κάτι σχετικό. Όμως, τίποτα τέτοιο δε συνέβη.

 

 

Τις επόμενες μέρες, η όλη ιστορία ατόνησε μέσα μου. Εξακολουθούσε να με απασχολεί, λιγότερο όμως, ενώ πλέον αντιμετώπιζα πιο κριτικά τόσο τα γεγονότα όσο και τις προηγούμενες σκέψεις μου. Ήταν αναμενόμενο, έχοντας βρεθεί ξαφνικά σε μια άγνωστη περιοχή, να προσλαμβάνω διαφορετικά τις καταστάσεις. Και ήταν επίσης αναμενόμενο κάποια πράγματα να μου κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση απ' ό,τι αν τα βίωνα εντός συνήθους πλαισίου. Η σύνδεση με τα όνειρα υπήρχε, αλλά ήταν εν πολλοίς υποκειμενική. Ο εγκέφαλος εξελίχθηκε εκπαιδευόμενος να διακρίνει συνδέσεις ακόμη και μεταξύ πραγμάτων που δε σχετίζονται μεταξύ τους. Αν, αντί για εκείνη τη στάση, κατέβαινα σε κάποια άλλη, μάλλον ανάλογες συνάφειες με τα όνειρα θα ανακάλυπτα, εφόσον είχα ξεκινήσει με τη συγκεκριμένη διάθεση. Οι αντικειμενικές συμπτώσεις, πάλι, είχαν μεν το ενδιαφέρον τους, αλλά σίγουρα δεν ήταν όσο εντυπωσιακές μου είχαν φανεί αρχικά. Η σήραγγα του υδραγωγείου, αφενός περνούσε αρκετά μακρύτερα από την περιοχή που εγώ είχα επισκεφθεί, αφετέρου ήταν μία μεταξύ πολλών δεκάδων που διέσχιζαν το υπέδαφος της Αθήνας. Το σπήλαιο Προφήτη Ηλία βρισκόταν πρακτικά δίπλα, αλλά και πάλι, αν δεν ήταν αυτό, κάτι άλλο θα υπήρχε κοντά – ίσως κάποιο από τα εκατοντάδες υπόγεια καταφύγια που είχαν διανοιχτεί κατά καιρούς για δημόσια χρήση. Τα ίδια ίσχυαν λίγο–πολύ και σε σχέση με το ρέμα και το νεκροταφείο. Υπήρχε μήπως στην Αθήνα, μία πόλη κατοικούμενη αδιαλείπτως τουλάχιστον από το 5000 π.Χ., κάποια περιοχή μακριά από υδροδοτικά έργα, ναούς, κοιμητήρια, αρχαία λείψανα, και γενικά ιστορίες;

 

Δύο ήταν τα σημεία που παρέμεναν ανεξιχνίαστα. Το ένα αφορούσε την ταύτιση του πραγματικού δρόμου με εκείνον των ονείρων. Είχα φέρει αρκετές φορές κατά νου τις σχετικές σκηνές, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα λάθος – ότι απλώς ήμουν επηρεασμένος. Όμως, κάθε φορά ξαφνιαζόμουν από το πόσο απόλυτη, μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ήταν η ταύτιση. Τελικά, είχα αποδεχτεί ότι οι δύο δρόμοι ταυτίζονταν στη μνήμη μου, χωρίς ωστόσο να θεωρώ ότι αυτό αποτελούσε αντικειμενική ένδειξη κάποιου είδους. Η μνήμη κάθε άλλο παρά αλάθητη μπορούσε να χαρακτηριστεί, εξ ου και οι τόσες μορφές παραμνησίας. Διόλου απίθανο, μάλιστα, οι συνεχείς αναδρομές να είχαν μπερδέψει τις αναμνήσεις των ονείρων με εκείνες της επίσκεψης μου. Το δεύτερο σημείοπου με ενοχλούσε περισσότερο ήταν ο χαμένος χρόνος των δύο ωρών. Εδώ, δεν υπήρχε η ασάφεια των ονείρων, μόνο οι πράξεις του ξύπνιου εαυτού· γι' αυτό και η εξήγηση δεν μπορούσε να δοθεί στη βάση του υποκειμενικού. Είχα ξανακοιτάξει τη διαδρομή στο χάρτη, υπολογίζοντας διαφορετικά τα διαστήματα, όμως, ακόμη και με πολύ χαλαρές εκτιμήσεις, χανόταν πάνω από μία ώρα. Οπότε; Απλούστατα, κάπου έκανα λάθος. Πόσες φορές ήμουν σίγουρος ότι θυμόμουν κάτι καλά, για να αποδειχτεί στη συνέχεια ότι έσφαλα; Η μνήμη –και πάλι– δεν ήταν κάτι στο οποίο μπορούσε να βασίζεται απόλυτα κανείς. Είχα βρεθεί σε ένα δρόμο που μου θύμιζε σκηνές ονείρων. Και λοιπόν;

 

Ο εσωτερικός αυτός αντίλογος προέκυπτε αυθόρμητα, δεν τον κατηύθυνα ούτε τον προκαλούσα. Ήταν μία αντίδραση που είχα παρατηρήσει και άλλες φορές μπροστά σε καταστάσεις που μου φαίνονταν ανεξήγητες, με την αρχική έκπληξη να αλλάζει σταδιακά σε δυσπιστία, καταλήγοντας τελικά σε σκεπτικισμό. Το ίδιο συνέβαινε και τώρα. Όσο περισσότερο απομακρυνόμουν από τα γεγονότα, τόσο πιο έκδηλη γινόταν η μεταστροφή, και τόσο πιο αχνή ηχούσε μέσα μου η φωνή που επαναλάμβανε πως κάτι είχε συμβεί. Το τελευταίο διάστημα είχα πρακτικά πάψει να σκέφτομαι την ιστορία. Σχεδόν την είχα ξεχάσει.

 

Όμως, την περασμένη νύχτα ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν και πάλι στο μικρό καφέ, απ' όπου είχα ξεκινήσει την περιπλάνηση. Ακουγόταν η ίδια σιγανή, υπνωτιστική μελωδία, μόνο που τώρα δε μου φαινόταν τυχαία. Ο μεσήλικος άνδρας γύρισε και μου προσέφερε πάλι ένα ποτό. Προσπάθησα, αλλά δεν μπόρεσα να δω το πρόσωπο του. Το άδειο καφέ, συνειδητοποίησα, ήταν σημείο εισόδου, και το ποτό αποτελούσε μέρος της τελετουργίας. Έξω από το παράθυρο, έπιασα κάτι σαν φευγαλέα αντανάκλαση του εαυτού μου. Είχα ξαναβρεθεί εδώ και άλλα πρωινά, θυμήθηκα. Βγήκα έξω και ξεκίνησα να περπατάω, κατευθυνόμενος προς το δρόμο. Ίσως κάποιος να με περίμενε τώρα στο κατάστημα με τα είδη δώρων, στο τέρμα εκείνου του διαδρόμου που τελείωνε σε τοίχο. Ή, μήπως, υπήρχε μια πόρτα εκεί; Χαμένος σε τέτοιες σκέψεις, προχωρούσα. Εγώ και η σκιά μου.