ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Οδός Ανθέων (μέρος Β')

 

 

Άρχισα να κλείνω κύκλο, κατευθυνόμενος πίσω, στο σταθμό του Ηλεκτρικού. Είδα και πάλι να ξεκορφίζουν μπροστά πανύψηλες πολυκατοικίες, ύψους υπερδιπλάσιου των λοιπών κτιρίων. Η αισθητική τους ήταν ουδέτερη και η ηλικία τους απροσδιόριστη. Διέφεραν κατά πολύ από τις συνηθισμένες πολυκατοικίες της Αθήνας, και στιγμιαία, έτσι όπως τις κοίταζα να προβάλλουν στον συννεφιασμένο ουρανό, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση φάρων.

 

Ολοκλήρωσα τη στροφή, υπολογίζοντας ότι απείχα πια περί τα δέκα λεπτά από το σταθμό, ευθεία μπροστά. Μου είχε περάσει κάθε διάθεση για περιπλάνηση, και πλέον απλώς ήθελα να επιστρέψω. Περπατούσα βιαστικά, διασπασμένος σε διάφορες μικρές σκέψεις, χωρίς να δίνω ιδιαίτερη σημασία γύρω μου. Η αρχική ώθηση που με είχε οδηγήσει εδώ ήταν τώρα κάτι το απόμακρο και εν πολλοίς ξένο· στην τωρινή μου κατάσταση, δε θα είχα ξεκινήσει ποτέ από το σπίτι – δε θα είχα καν σκεφτεί να το κάνω. Αυτό που με απασχολούσε ήταν το πώς θα αξιοποιούσα το υπόλοιπο της ημέρας, η οποία φαινόταν να περνά υπερβολικά γρήγορα. Έτσι, αποστασιοποιημένος περπατούσα, όταν κοιτάζοντας σε μια πλαϊνή τζαμαρία είδα την αντανάκλαση του εαυτού μου να προχωράει. Τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι βάδιζα στο δρόμο των ονείρων.

 

Ένιωσα σαν σε ίλιγγο. Για μερικές στιγμές, το πού ήμουν και το τι έκανα θόλωσαν, εν μέσω της εντύπωσης ότι είχα ξυπνήσει σε αυτό που ονειρευόμουν. Αλλά, βέβαια, δεν έβλεπα όνειρο. Όταν, μετά από λίγο, η σύγχυση έδωσε τη θέση της σε έκπληξη, μπόρεσα να επιβεβαιώσω ότι βρισκόμουν, πράγματι, στο δρόμο που είχα ονειρευτεί. Για την ακρίβεια, ταυτόσημη ήταν η αίσθηση του δρόμου, μιας και τα όνειρα δε μετέφεραν παρά φευγαλέες εικόνες. Όμως, ήταν ο ίδιος δρόμος. Θα ήταν ο ίδιος ακόμη κι αν είχε άλλη όψη.

 

Δεν είμαι σίγουρος αν είχα κοντοσταθεί ή όχι, πάντως συνέχισα, έκπληκτος ακόμα από το σουρεαλιστικό της κατάστασης. Ο δρόμος μπροστά εκτεινόταν σε μία μεγάλη ευθεία, κατηφορίζοντας ελαφρά και ανηφορίζοντας στη συνέχεια. Ήταν φαρδύς –απρόσμενα φαρδύς, για τα δεδομένα της περιοχής– με σχετικά περιορισμένη κίνηση, θυμίζοντας πιο πολύ δρόμο επαρχιακής πόλης. "Οδός Ανθέων" διάβασα σε μια πινακίδα, ενώ, λίγο παρακάτω, οι ταμπέλες στην περίφραξη ενός στεγασμένου χώρου με πληροφόρησαν ότι περνούσα έξω από την Κεντρική Ανθαγορά Αθηνών – εξ ου και το όνομα. Μου φάνηκε περίεργο το ότι η κεντρική αγορά λουλουδιών της Αθήνας βρισκόταν εδώ. Όχι ότι το σημείο δεν ήταν αρκετά κεντρικό –αντικειμενικά ήταν– όμως δε θα περίμενα, σε μία περιοχή με τέτοια αίσθηση παράμερου, να φιλοξενείται οτιδήποτε «κεντρικό».

 

Προχώρησα. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, είχα αρχίσει να παρατηρώ το δρόμο καλύτερα, εστιάζοντας σε επιμέρους στοιχεία. Χωρίς να το καταλάβω, η συνειδητή αυτή παρατήρηση άλλαξε την αρχική μου κατάπληξη σε δυσπιστία: είχα πράγματι ονειρευτεί το δρόμο που έβλεπα; Μήπως μου είχε φανεί; Ανέσυρα και πάλι τις σκηνές των ονείρων. Όχι, δεν υπήρχε αμφιβολία, ο δρόμος ήταν αυτός. Αλλά, τότε, πού ήταν τα βιβλιοπωλεία; Σε όλη τη διαδρομή, δεν είχα συναντήσει ούτε ένα, και δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ, σε τούτη τη γωνιά της πόλης. Συναντούσα, αντιθέτως, στα τελευταία μέτρα, καταστήματα με είδη δώρων, τα οποία, μαζί με την ανθαγορά, φαινόταν να μονοπωλούν την εμπορική δραστηριότητα επί του δρόμου. Προσέχοντας τα καλύτερα, διαπίστωσα ότι ήταν, στην πραγματικότητα, καταστήματα με είδη διακόσμησης, συσκευασίας και εποχιακά, απευθυνόμενα κυρίως σε εμπόρους και επαγγελματίες. Προφανώς, είχαν αναπτυχθεί εκεί παράλληλα με την ανθαγορά, δημιουργώντας ένα είδος πιάτσας με συναφή προϊόντα. Κάποια ήταν σύγχρονα, άλλα έδειχναν παλιά. Εναρμονισμένα με το κλίμα των ημερών, στις βιτρίνες τους κυριαρχούσαν χριστουγεννιάτικα δέντρα, δώρα και στολίδια διαφόρων ειδών. Στάθηκα για λίγο μπροστά σε μία τέτοια βιτρίνα, και τελικά αποφάσισα να μπω.

 

 

Στο εσωτερικό του καταστήματος επικρατούσε γιορτινή ατμόσφαιρα. Κόσμος περιφερόταν, μια μικρή ουρά είχε σχηματιστεί στο ταμείο, ενώ ομιλίες γέμιζαν το χώρο. Πιο μέσα, πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι ήταν στημένη μια χριστουγεννιάτικη πόλη από χιονισμένα σπιτάκια, παλαιικά μαγαζιά και παιχνίδια λούνα παρκ, με ηλεκτρικά κινούμενα μέρη και φωτισμούς. Μαζεμένοι γύρω της, παρευρισκόμενοι χάζευαν τη σκηνή, πλησιάζοντας για να περιεργαστούν τις μινιατούρες. Από το τμήμα αυτό ξεκινούσαν παράλληλοι διάδρομοι, με σειρές ραφιών που έφταναν μέχρι ψηλά. Μπήκα σε έναν και προχώρησα ανάμεσα σε πελάτες που συνωστίζονταν στον στενό χώρο. Τα ράφια ήταν παραγεμισμένα με χριστουγεννιάτικα στολίδια – μπάλες, γιρλάντες, αστέρια, καμπανούλες, καρυοθραύστες όλων των μεγεθών. Περνώντας σε έναν διπλανό διάδρομο συνάντησα περισσότερα στολίδια, ενώ παραδίπλα σχεδόν όλα τα ράφια καταλαμβάνονταν από συσκευασίες με κομμάτια της χριστουγεννιάτικης πόλης. Συνέχισα να κινούμαι σε μαιάνδρους, ώσπου τελικά βρέθηκα σε ένα τμήμα με εντελώς διαφορετικά είδη. Εδώ υπήρχαν χάρτινα πιάτα σε ντουζίνες, πολύχρωμες κορδέλες, αρωματικά κεριά, λούτρινα διακοσμητικά, μικρά δώρα – τα εμπορεύματα που προφανώς γέμιζαν το σύνολο των ραφιών του καταστήματος εκτός εορταστικών περιόδων. Σε αντίθεση με το συνωστισμό που επικρατούσε στα χριστουγεννιάτικα, το τμήμα αυτό ήταν άδειο από κόσμο. Περιφέρθηκα λίγο, και τελικά οδηγήθηκα σε έναν ψηλό διάδρομο που κατέληγε σε τοίχο.

 

Για πρώτη φορά από το ξεκίνημα αισθάνθηκα ότι βρέθηκα μόνος. Άκουγα τη φασαρία δίπλα, μπορούσα να ξεχωρίσω ομιλίες, κι όμως, εκεί, ανάμεσα στα ράφια του διαδρόμου, έχοντας έναν κίτρινο τοίχο απέναντι μου, ένιωσα αλλού. Δεν ήταν δυσάρεστη η αίσθηση – μάλλον το αντίθετο. Ο εσωτερικός παρατηρητής, που όλο το προηγούμενο διάστημα παρακολουθούσε αμέτοχος, παρενέβη τώρα, αποτιμώντας την κατάσταση: είχα ξεκινήσει χωρίς κατεύθυνση, είχα περιπλανηθεί σε μια άγνωστη περιοχή, είχα μπει σε ένα τυχαίο κατάστημα, και τελικά είχα καταλήξει σε αυτόν τον αδιέξοδο διάδρομο, που με έκανε να αισθάνομαι περίεργα. Θα μπορούσα να περιφέρομαι χίλια χρόνια στην πόλη χωρίς ποτέ να οδηγηθώ εδώ. Υπήρχε μια τελετουργία, ένα νόημα σε ό,τι συνέβαινε, το οποίο, όμως, μου διέφευγε. Αντιλαμβανόμουν, ωστόσο, ότι αν η πορεία επεφύλασσε κάποιον προορισμό, είχα φτάσει. Οτιδήποτε από δω και μετά θα ήταν επιστροφή.

 

Έκανα μεταβολή και προχώρησα προς την έξοδο. Ούτε τώρα συνάντησα κανέναν σε αυτούς τους διαδρόμους, εν αντιθέσει με το τμήμα των χριστουγεννιάτικων, που έσφυζε από κίνηση. Ένα δεύτερο ταμείο είχε στηθεί αντικριστά στο πρώτο για να εξυπηρετεί την αυξημένη πελατεία, και περνώντας ανάμεσα έπιασα θραύσματα διαλόγων ανακατεμένα με εικόνες από τσάντες γεμάτες ψώνια. Αυτές ήταν οι τελευταίες μου εντυπώσεις από το κατάστημα.

 

Βγαίνοντας έξω, ξαφνιάστηκα από το πόσο είχε προχωρήσει η μέρα. Νόμιζα ότι η επίσκεψη μου ήταν σύντομη, όμως είχα παραμείνει για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, καθώς πια κόντευε απόγευμα. Γύρισα και κοίταξα απορημένος την πρόσοψη του καταστήματος. Έδειχνε μικρότερο εξωτερικά, ωστόσο πιο πολύ με ξένισε το γεγονός ότι μέσα είχα συναντήσει τόσο κόσμο. Μου φαινόταν ότι αν ξανάμπαινα μπορεί να το έβρισκα άδειο. Σκέφτηκα να το κάνω, αλλά απέρριψα την ιδέα – δεν ξέρω γιατί.

 

Στράφηκα ξανά προς το δρόμο, και ξεκίνησα να περπατάω. Τα μάτια μου είχαν συνηθίσει το θερμό φως των λαμπών του καταστήματος, με αποτέλεσμα, τώρα, στα ψυχρά μήκη κύματος του συννεφιασμένου ουρανού, τα πάντα να μοιάζουν ελαφρώς μπλε και ξεθωριασμένα. Δεν ένιωθα πείνα, δίψα ή κούραση, πράγμα που με παραξένεψε. Εστιάζοντας περισσότερο στην εσωτερική μου κατάσταση, συνειδητοποίησα ότι εδώ και ώρα αισθανόμουν θεατής περισσότερο του εαυτού μου – σαν τρίτος που παρακολουθούσε.

 

Προχωρώντας, εξακολούθησα να συναντώ δεξιά κι αριστερά καταστήματα με είδη δώρων. Κάποια μου τράβηξαν την προσοχή· κοντοστάθηκα, αλλά δεν μπήκα. Η προηγούμενη εμπειρία είχε επιδράσει παράξενα μέσα μου, κάνοντας με να νιώθω ότι είχα αφήσει κάτι σε εκείνον το διάδρομο – ότι, με κάποιον τρόπο, είχα καταβάλει ένα τίμημα. Η ιδέα του να έμπαινα τώρα ξανά σε έναν τέτοιο χώρο με απωθούσε, και επιπλέον προϋπέθετε ενέργεια που δεν είχα. Συνέχισα, λοιπόν, ώσπου έφτασα μπροστά σε ένα γήπεδο. Ήταν έδρα κάποιας τοπικής ομάδας και έδειχνε παλιό, με τους ψηλούς πετρόκτιστους τοίχους του. Σαν σκάλες, οι κερκίδες ανηφόριζαν τον μουντό ουρανό, κι εγώ έμεινα να κοιτάζω, κενός από σκέψεις.

 

 

Δεν μπορώ να πω αν αφαιρέθηκα για λίγο ή πολύ, πάντως εκείνο που με επανέφερε ήταν η σκέψη ότι επικρατούσε ασυνήθιστη ησυχία. Κοίταξα το άδειο γήπεδο, διερευνητικά τώρα. Ο δρόμος περνούσε μπροστά και συνέχιζε, όμως η συνέχεια δε θύμιζε σε τίποτα το δρόμο που είχα ονειρευτεί. Γύρισα και κοίταξα πίσω. Ακόμη και με αντεστραμμένη οπτική, το τμήμα αυτό ταυτιζόταν με τα όνειρα, γεννώντας περίεργα συναισθήματα, μαζί με κάτι σαν αναμνήσεις. Ήταν σαν να είχα ξαναβρεθεί εκεί – ίσως πολλές φορές. Και η αίσθηση του οικείου δεν αφορούσε απλώς την εικόνα· περισσότερο αφορούσε τον εαυτό μου μες στην εικόνα.

 

Ένιωσα την παρόρμηση να γυρίσω πίσω, αλλά δεν κράτησε για παραπάνω από μερικές στιγμές. Αμέσως μετά, ήταν σαν να άλλαξα συχνότητα και να επέστρεψα σε μια πιο αποστασιοποιημένη εκδοχή. Με κάποια έκπληξη, διαπίστωσα ότι είχα πάψει να αισθάνομαι παρατηρητής του εαυτού μου, κι ενώ η μεταστροφή είχε συντελεστεί απότομα, δεν μπορούσα να την προσδιορίσω χρονικά. Ήμουν πάλι εκείνος που είχε ξεκινήσει πριν φτάσει εδώ, και πλέον ήθελα να επιστρέψω. Ο σταθμός του Ηλεκτρικού βρισκόταν τώρα πολύ κοντά. Γύρισα και ξεκίνησα.

 

Πέρασα μπροστά από το γήπεδο, έστριψα, και βρέθηκα σε έναν ευθύ, στενό, εντελώς άδειο δρόμο. Προχώρησα κατά μήκος ενός μεγάλου πέτρινου τοίχου δεξιά, και μιας σειράς από ερειπωμένα κτίσματα αριστερά, ώσπου βγήκα σε μια λεωφόρο. Μέσω αυτής, πριν το καταλάβω, έφτασα στο σταθμό. Πλέον βράδιαζε. Πώς ήταν δυνατόν να είχαν περάσει τόσες ώρες από την πρωινή μου αποβίβαση εκεί;

 

Τη διαδρομή της επιστροφής την έκανα όρθιος, παρότι στα βαγόνια υπήρχαν αρκετές κενές θέσεις. Στο μυαλό μου γύριζαν όσα είχαν προηγηθεί, σκόρπια στην αρχή, πιο συγκροτημένα καθώς εστίαζα. Όσο περισσότερο ένωνα τα κομμάτια της μέρας, τόσο ένιωθα να μεγαλώνει μέσα μου μια ένταση, την πηγή της οποίας δεν μπορούσα να εντοπίσω. Ήταν σαν να αποκαλυπτόταν κάτι σημαντικό, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν αποκάλυπτα τίποτα, απλώς συνέδεα ήδη γνωστά γεγονότα. Έτσι, αφηρημένος έβλεπα τους σταθμούς να περνούν μπροστά μου, χωρίς καλά–καλά να καταλάβω πότε άλλαξα συρμό και βρέθηκα στη στάση που έπρεπε να κατέβω. Μπορεί και να την έχανα, αν η αναγγελία της στα μεγάφωνα δε με επανέφερε στο παρόν.

 

Φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού μου, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεκινήσει με σκοτάδι, και επέστρεφα με σκοτάδι. Η ένταση μέσα μου, όχι μόνο δεν υποχωρούσε, αλλά δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Ξεκλείδωσα, μπήκα μέσα, και άναψα το φως. Το πρόσωπο στον καθρέφτη δεν ήταν εκείνο που θυμόμουν φεύγοντας το πρωί.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ