ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Πεδία, κύματα, έργα και κεραίες (μέρος Α')

 

 

Μία από τις κατηγορίες εκδηλώσεων που αναφέρονται συχνά μεταξύ επισκεπτών της Πεντέλης, και ιδιαίτερα της σπηλιάς, αφορά περιπτώσεις φακών που αρνούνται να λειτουργήσουν ή συμπεριφέρονται περίεργα, φωτογραφικών μηχανών που παρουσιάζουν διαλείψεις ή σβήνουν ξαφνικά, κινητών τηλεφώνων ή άλλων συσκευών εκπομπήςλήψης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που κάνουν διακοπές, κλπ. Από τη δική μας πλευρά, έχουμε να θυμηθούμε πολλές ανάλογες περιπτώσεις, κατά τις οποίες συσκευές που είχαμε μαζί στην Πεντέλη παρουσίασαν ποικίλες, εκνευριστικές μερικές φορές δυσλειτουργίες.

 

Κατά καιρούς, διάφορες φήμες έχουν κυκλοφορήσει σε σχέση με τις εκδηλώσεις αυτές. Η πλέον διαδεδομένη και λογική άποψη, ανάμεσα σε πλήθος ανακριβών ή και ευτράπελων μερικές φορές διαδόσεων, απέδιδε τις δυσλειτουργίες των διαφόρων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών στην Πεντέλη σε παρεμβολές, προερχόμενες από τους πομπούς είτε του σταθμού τηλεπικοινωνιών της κορυφής, είτε της γειτονικής βάσης της Νέας Μάκρης, είτε της υπόγειας ΝΑΤΟϊκής ναυτικής βάσης στους πρόποδες του βουνού. Σήμερα, βέβαια, ο σταθμός τηλεπικοινωνιών στην κορυφή της Πεντέλης έχει πλέον καταργηθεί, η βάση της Νέας Μάκρης έχει κλείσει, ενώ και η υπόγεια ναυτική βάση στους πρόποδες έχει προ πολλού απενεργοποιηθεί (ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2005). Οι ποικίλες δυσλειτουργίες ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών στην Πεντέλη, όμως, εξακολουθούν να υφίστανται, παρουσιάζοντας μάλιστα και εξάρσεις κατά περιόδους.

 

Δεν αποκλείεται οι διάφοροι πομποί που είχαν στηθεί κατά καιρούς στην περιοχή της Πεντέλης να ευθύνονταν για μέρος των σχετικών εκδηλώσεων. Στο θέμα αυτό, όμως, φαίνεται να υπάρχει και μία διαφορετική αιτία, με βαθύτερες προεκτάσεις.

 

Η παρούσα ενότητα αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια της ενότητας "Συζήτηση σε πρώτο επίπεδο", στην οποία και συνιστάται η αναδρομή προκειμένου τα όσα ακολουθούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά.

 

Ας ξεκινήσουμε τη συζήτηση μας κάνοντας μία μικρή αναδρομή σε ένα κομβικό σημείο της όλης ιστορίας.

 

Όπως, λοιπόν, λέγαμε σε προηγούμενη ενότητα, αρκετά χρόνια πριν, το 1990, μία εποχή κατά την οποία επισκεπτόμασταν την Πεντέλη σχεδόν μέρα παρά μέρα, ένας φίλος και συνεργάτης είχε λάβει ταχυδρομικώς στο σπίτι του ένα δέμα χωρίς στοιχεία αποστολέα. Το δέμα περιείχε ένα βιβλίο ανωνύμου συγγραφέα, που αναφερόταν στη δράση Αμερικανών και Σοβιετικών πρακτόρων στην Ελλάδα (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Σημειωμένο στις σελίδες, υπήρχε ένα απόσπασμα, στο οποίο γινόταν αναφορά περί της ύπαρξης ενός ηλεκτρομαγνητικού διαύλου –δηλαδή, μιας ιδιομορφίας του μαγνητικού πεδίου της Γης– τα άκρα του οποίου ένωναν την ευρύτερη περιοχή της Νέας Μάκρης με την πολιτεία Virginia των ΗΠΑ. Ο μαγνητικός αυτός δίαυλος, σύμφωνα με το βιβλίο, διέτρεχε υπογείως τη Γη και λειτουργούσε όπως περίπου μία οπτική ίνα: τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που διοχετεύονταν στη μία του άκρη τον διέσχιζαν χωρίς να διαρρέουν από τα νοητά τοιχώματα (ο δίαυλος, σύμφωνα με το απόσπασμα, ήταν διαμέτρου εκατοντάδων ή χιλιάδων μέτρων), και ακολουθώντας το υπόγειο αυτό κανάλι αυξημένης αγωγιμότητας έβγαιναν στην άλλη άκρη, σχεδόν αναλλοίωτα.

 

Το περίεργο, τώρα, με την όλη υπόθεση δεν ήταν τόσο τα όσα αναφέρονταν στο βιβλίο περί μαγνητικού διαύλου, όσο ο τρόπος με τον οποίο ο άγνωστος αποστολέας είχε επιλέξει να μας τα γνωστοποιήσει. Το πράγμα γινόταν ακόμη πιο περίεργο από το γεγονός ότι κάποιος της παρέας εργαζόταν την εποχή εκείνη σε θέση που σχετιζόταν άμεσα με την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα. Και, παρότι η ενασχόληση μας με την Πεντέλη δεν αποτελούσε δα και κανένα μυστικό, τα άτομα που γνώριζαν γι' αυτή ήταν μετρημένα. Η ιστορία έλαβε παράξενες προεκτάσεις όταν, λίγο καιρό αργότερα, αντιληφθήκαμε ότι δύο από την παρέα παρακολουθούνταν. Και το ακόμη πιο παράξενο ήταν ότι η παρακολούθηση αυτή γινόταν, όχι διακριτικά, αλλά απροκάλυπτα, κατά τρόπο που κανείς θα έπρεπε να είναι τυφλός για να μην την προσέξει. Την αντιληφθήκαμε άμεσα, λοιπόν, και τη συνδυάσαμε με το δέμα που είχαμε λάβει λίγο καιρό πριν. Τη συνδυάσαμε, επίσης, και με το γεγονός ότι λίγο νωρίτερα είχαν ξεκινήσει ξανά έργα στη σπηλιά, τα έργα του 1990, που διακόπηκαν λίγες εβδομάδες αργότερα.

 

Όπως προαναφέραμε, δεδομένης και της επανέναρξης των έργων, η παρουσία μας στην Πεντέλη την περίοδο εκείνη ήταν τακτικότατη. Μάλιστα, σε κάποια από τις επισκέψεις, ο φύλακας του εργοταξίου που είχε στηθεί έξω από τη σπηλιά, βλέποντας μας να βιντεοσκοπούμε το χώρο με μία ογκώδη βιντεοκάμερα, είχε καλέσει την αστυνομία. Και πράγματι, λίγο αργότερα είχε καταφθάσει ένας αστυνομικός που, κρατώντας προτεταμένο ένα ημιαυτόματο όπλο, είχε ζητήσει εξηγήσεις για το τι κάναμε. Δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε ποιος από τους δύο έδειχνε περισσότερο τρομαγμένος, ο φύλακας ή ο αστυνομικός (πάντως, το φουκαρά το φύλακα τον λυπόμαστε κατά βάθος· ποιος ξέρει τι να πίστευε βλέποντας καθημερινά σχεδόν κάποιους μυστήριους να τριγυρνούν εκεί, κάνοντας ακατανόητα γι' αυτόν πράγματα). Αφού είχαμε υποδείξει στον αστυνομικό ότι βιντεοσκοπούσαμε απλώς την περιοχή, και ότι δεν υπήρχε καμία σήμανση που να απαγόρευε κάτι τέτοιο (αφήνοντας και μερικά υπονοούμενα ότι ίσως ήμασταν δημοσιογράφοι κάποιου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού), εκείνος είχε αρκεστεί σε μια τυπική έρευνα της θήκης της βιντεοκάμερας, και είχε φύγει.

 

Με βάση όλα τα παραπάνω, υποθέσαμε ότι η καθημερινή μας σχεδόν παρουσία στην Πεντέλη είχε κινήσει την περιέργεια κάποιας υπηρεσίας, και ότι η παρακολούθηση είχε σχέση με τη δραστηριότητα μας αυτή, με σκοπό ίσως να μας τρομάξει. Αποφασίσαμε να μη δίνουμε σημασία, ενώ, μεταξύ πλάκας και σοβαρού, κατά τις επισκέψεις μας αστειευόμασταν καθώς φανταζόμασταν τους υπηρετούντες στο σταθμό τηλεπικοινωνιών της κορυφής να βάζουν στοιχήματα για την πιθανή ημερήσια ώρα άφιξης μας εκεί, ψάχνοντας με τα κυάλια να εντοπίσουν το γνωστό αυτοκίνητο. Και πράγματι, πάψαμε να δίνουμε σημασία. Έτσι, ο γράφων π.χ. σχεδόν έγνεφε κανονικά στους δύο βαριεστημένους τύπους μέσα στο λευκό Nissan που τον καιρό εκείνο στάθμευε τακτικά λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Η παρακολούθηση αυτή κράτησε για μερικές μέρες και έπαψε όσο ξαφνικά είχε αρχίσει.

 

Τα όσα αναφέρθηκαν μέχρι εδώ είχαν σκοπό να μεταδώσουν κάποιες όψεις της ιστορίας από τη δική μας πλευρά. Ωστόσο, πριν προχωρήσουμε, είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστούν και ορισμένα άλλα ζητήματα, προκειμένου η συνέχεια και οι προεκτάσεις του όλου θέματος να γίνουν καλύτερα κατανοητές.

 

Η Γη, ως πλανήτης, δημιουργεί δύο ειδών πεδία: το ένα είναι το βαρυτικό, και το αλλο, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Το πρώτο, δηλαδή το βαρυτικό πεδίο, που γίνεται αισθητό σ' εμάς μέσω της βαρυτικής έλξης, γεννάται από τη μάζα της Γης. Η βαρύτητα, η δύναμη που προκύπτει από το βαρυτικό πεδίο, εκδηλώνεται πάντα ως ελκτική δύναμη και ποτέ ως άπωση. Σε γενικές γραμμές, το βαρυτικό πεδίο της Γης είναι σχετικά ομοιογενές και η δύναμη της βαρύτητας που έλκει τα υλικά σώματα προς το κέντρο της είναι περίπου σταθερή σε όλη την επιφάνεια. Περίπου σταθερή. Υπάρχουν δύο κύριες κατηγορίες παραγόντων που επηρεάζουν αυτό το «περίπου». Η πρώτη έχει να κάνει με την απόσταση του υπό εξέταση σημείου από το κέντρο της Γης. Όσο η απόσταση αυτή αυξάνεται, τόσο η βαρυτική έλξη στο συγκεκριμένο σημείο μειώνεται, και αντιστρόφως. Κατά συνέπεια, η δύναμη της βαρύτητας στην κορυφή ενός βουνού είναι λίγο μικρότερη απ' ό,τι στην επιφάνεια της θάλασσας. Διαφορά όσον αφορά τη βαρυτική έλξη παρατηρείται και ανάμεσα σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη του πλανήτη: καθώς η Γη δεν αποτελεί τέλεια σφαίρα, αλλά μπορούμε να τη φανταστούμε ως ελαφρώς συμπιεσμένη στους πόλους, η δύναμη της βαρύτητας στον Βόρειο και στον Νότιο Πόλο είναι λίγο ισχυρότερη απ' ό,τι σε άλλα σημεία της επιφάνειας της, ακριβώς επειδή οι πόλοι απέχουν λιγότερο από το κέντρο της Γης. Εκτός αυτού, η βαρυτική έλξη στους πόλους είναι ισχυρότερη και για έναν ακόμα λόγο: η περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονα της γεννά φυγόκεντρο δύναμη, η οποία μεγιστοποιείται όσο κανείς πλησιάζει στον ισημερινό. Η διαφορά της βαρυτικής έλξης λόγω των παραπάνω παραγόντων είναι της τάξης του 0,5% περίπου. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος που στον ισημερινό ζυγίζει 70 κιλά, στους πόλους θα είναι κατά 0,5% βαρύτερος, δηλαδή θα ζυγίζει 350 γραμμάρια περισσότερο.

 

Με αυτή την πρώτη κατηγορία, σχετιζόμενων με τη γεωδαισία παραγόντων που επηρεάζουν τη δύναμη της βαρυτικής έλξης, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι. Υπάρχει, όμως, και μία δεύτερη κατηγορία, άσχετη με την απόσταση από το κέντρο της Γης και λιγότερο γνωστή. Είναι οι λεγόμενες βαρυτικές ανωμαλίες τύπου Bouguer.

 

Παρότι η βαθύτερη της αιτιολογία μάς είναι άγνωστη, είπαμε ότι η βαρυτική έλξη που ασκούν τα υλικά σώματα εξαρτάται από τη μάζα τους και την απόσταση μέτρησης. Αν η Γη είχε απολύτως ομοιογενή σύσταση, αποτελούμενη από ένα και μόνο είδος ορυκτού, η κατεύθυνση της βαρυτικής έλξης θα ήταν πάντα στραμμένη ακριβώς προς το κέντρο μάζας, δηλαδή προς το γεωμετρικό κέντρο. Αυτό δε συμβαίνει. Σε πολλές περιοχές, ο φλοιός και οι υπό τον φλοιό χώροι καταλαμβάνονται από τεράστια κοιτάσματα μετάλλων ή πετρωμάτων, η πυκνότητα των οποίων διαφέρει κατά πολύ από τη μέση πυκνότητα μάζας των γύρω υλικών. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτουν οι βαρυτικές ανωμαλίες τύπου Bouguer (https://en.wikipedia.org/wiki/Bouguer_anomaly). Ανάλογα, τώρα, με την πυκνότητα μάζας του εκάστοτε κοιτάσματος, η δύναμη της βαρυτικής έλξης πάνω από από αυτό είτε υπερβαίνει είτε υπολείπεται της μέσης τιμής βαρυτικής έλξης. Έτσι, αν π.χ. πρόκειται για ένα μεγάλο κοίτασμα σιδηροπυρίτη, η βαρυτική έλξη πάνω από το κοίτασμα θα βρίσκεται αυξημένη, μιας και η πυκνότητα μάζας του συγκεκριμένου ορυκτού υπερβαίνει τον μέσο όρο πυκνότητας μάζας της Γης. Αν, αντιθέτως, μετρήσουμε τη δύναμη της βαρυτικής έλξης πάνω από ένα κοίτασμα φυσικού αερίου, η μέτρηση θα υπολείπεται της μέσης τιμής, για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο. Τις ανωμαλίες Bouguer τις αξιοποιούν όλες οι μεγάλες εταιρίες εξόρυξης, εντοπίζοντας και αξιολογώντας μέσω αυτών τις διαστάσεις και την πιθανή σύσταση διαφόρων κοιτασμάτων, ιδίως υδρογονανθράκων.

 

Η μέτρηση της βαρυτικής έλξης πάνω από περιοχές που παρουσιάζουν ανωμαλίες Bouguer μπορεί, όπως είπαμε, να δώσει αυξημένες ή μειωμένες τιμές. Όταν, όμως, η βαρυτική έλξη μετράται, όχι πάνω, αλλά δίπλα σε τέτοιες περιοχές, τότε, εκτός από μία απόκλιση στην τιμή, η κατεύθυνση του ανύσματος της βαρυτικής έλξης θα είναι και αυτή επηρεασμένη κατά χιλιοστά ή εκατοστά της μοίρας, ανάλογα με το μέγεθος του υποκείμενου κοιτάσματος. Η κατεύθυνση της βαρύτητας, δηλαδή, δε θα είναι ακριβώς κάθετη προς το οριζόντιο επίπεδο, και η απόκλιση θα είναι μεγαλύτερη όσο πιο επιφανειακά στο φλοιό της Γης εντοπίζεται το υπεύθυνο κοίτασμα. Επιπλέον, ανάλογα με τη θέση της Σελήνης, θα εμφανίζονται περιοδικές διακυμάνσεις τόσο στην ένταση όσο και στην κατεύθυνση της παρατηρούμενης βαρυτικής ανωμαλίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το φαινόμενο της παλίρροιας. Και πάλι, η επίδραση αυτή της Σελήνης θα είναι τόσο πιο έντονη όσο πιο κοντά στην επιφάνεια της Γης βρίσκεται το κοίτασμα.

 

Οι βαρυτικές ανωμαλίες τύπου Bouguer είναι πολύ συνηθισμένες και εντοπίζονται σε πολλές περιοχές της Γης. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, αντικείμενο μελέτης έχει γίνει το ανώμαλο βαρυτικό πεδίο της Μήλου, του οποίου η ανομοιογένεια αποδίδεται σε διαταραχή τύπου Bouguer.

 

Χάρτης κατανομής της βαρυτικής ανωμαλίας Bouguer της Μήλου.

 

Για να προκύψει μία έστω μέσης τιμής βαρυτική ανωμαλία τύπου Bouguer, τα κοιτάσματα υλικών που απαιτούνται είναι της τάξης των κυβικών χιλιομέτρων. Μικρότερα κοιτάσματα έχουν πρακτικά μηδενική επίδραση στο βαρυτικό πεδίο. Αλλά και οι ισχυρότερες βαρυτικές διαταραχές που προκύπτουν από ανωμαλίες Bouguer είναι της τάξης του 0,01%. Σε έναν άνθρωπο που ζυγίζει 70 κιλά, δηλαδή, η μέγιστη επίδραση από μία βαρυτική ανωμαλία του είδους θα έφτανε τα 7 μόλις γραμμάρια. Μια διαφορά του μεγέθους αυτού μπορεί να είναι σημαντική από επιστημονικής άποψης, αλλά στην καθημερινή ζωή είναι αμελητέα, και σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί ώστε να προκαλέσει αισθητές σε εμάς βαρυτικές διαταραχές.

 

Αυτοί –οι σχετιζόμενοι με τη γεωδαισία και οι απορρέοντες από τη σύσταση του γήινου φλοιού– είναι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη διακύμανση του γήινου βαρυτικού πεδίου κατά τους γεωφυσικούς. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αναφορές για σημεία της επιφάνειας του πλανήτη όπου η βαρύτητα φαίνεται να συμπεριφέρεται κατά τρόπο παράδοξο – πολύ πιο παράδοξο απ' ό,τι οι προηγούμενοι παράγοντες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν. Και εδώ θα πρέπει να ανοίξουμε μία μικρή παρένθεση. Σε σχέση με τον λεγόμενο βαρυτικό δρόμο της Πεντέλης (3ο προς 4ο χιλιόμετρο από Παλιά Πεντέλη προς Νέα Μάκρη), ίσως κάποιοι να διατηρούν λανθασμένες εντυπώσεις, έχοντας διαβάσει ότι μετρήσεις με θεοδόλιχο και LASER απέδωσαν το φαινόμενο σε οφθαλμαπάτη. Όπως έχουμε σημειώσει ξανά, οι μέθοδοι του είδους δεν έχουν καμία σχέση με τη διερεύνηση βαρυτικών διαταραχών. Η βασική συλλογιστική τους συνοψίζεται στα εξής: βρίσκουμε την ευθεία του οριζόντιου επιπέδου μέσω ενός αλφαδιού –ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου, του οποίου η λειτουργία βασίζεται στο υδραερικό επίπεδο– βρίσκουμε την ευθεία που μας ενδιαφέρει να μετρήσουμε, και αναλόγως της γωνίας που σχηματίζεται μεταξύ τους αποφαινόμαστε για το αν η υπό εξέταση ευθεία συνιστά ανηφόρα, κατηφόρα ή ίσιωμα. Μόνο που, αν μια τέτοια μέτρηση πραγματοποιηθεί εντός των ορίων μιας βαρυτικής διαταραχής –την οποία υποτίθεται ότι προσπαθούμε να αποκαλύψουμε– τότε και η φυσαλίδα του αλφαδιού θα επηρεαστεί από τη διαταραχή, οπότε η ένδειξη του οριζόντιου επιπέδου θα είναι λανθασμένη (όπως, άλλωστε, και η όλη μέτρηση). Για παράδειγμα, αν εφαρμόζαμε την παραπάνω μέθοδο σε μία υποθετική, εξωφρενικά ισχυρή βαρυτική διαταραχή, όπου αυτοκίνητα κυλούν ανηφορίζοντας μια ανηφόρα κλίσης 45 μοιρών, η φυσαλίδα του αλφαδιού –ή χωροβάτη ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού οργάνου– επηρεαζόμενη και αυτή από την βαρυτική διαταραχή, θα κεντραριζόταν και θα μέτραγε το οριζόντιο επίπεδο κάπου στις 45 μοίρες ανηφορικής κλίσης (και λίγο παραπάνω, αφού τα αυτοκίνητα δε θα έμεναν ακίνητα αλλά θα κυλούσαν στην κλίση αυτή), οπότε, ακόμη και η ακραία αυτή διαταραχή θα αποδιδόταν σε οφθαλμαπάτη. Και δεν έχει σημασία αν στην προκειμένη περίπτωση κανείς υποσημαίνει τις νοητές ευθείες με μεζούρα, με τεντωμένο σπάγκο, με LASER ή με PHASER, ούτε αν η ανάλυση των μετρήσεων γίνεται με το μάτι, με υπολογιστή ή με αβάκειον. Είναι η μέθοδος που πάσχει, και όχι η ακρίβεια των μετρήσεων. Ποτέ μια μέτρηση του είδους δε θα επιβεβαίωνε καμία βαρυτική διαταραχή, όσο ισχυρή κι αν ήταν, διότι το όλο σκεπτικό βασίζεται στην εκ των προτέρων παραδοχή ότι δεν υπάρχει βαρυτική διαταραχή.

 

Χωρίς κατάλληλες μετρήσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι κατά πόσο ο «βαρυτικός δρόμος» της Πεντέλης είναι πράγματι βαρυτικός ή όχι. Διόλου απίθανο να πρόκειται και για οφθαλμαπάτη τελικά. Το σίγουρο είναι ότι για να αποκαλυφθεί μία βαρυτική διαταραχή απαιτούνται συγκεκριμένες, βασικές γνώσεις, καθώς και κατάλληλα όργανα από την πλευρά εκείνου που διενεργεί τη μέτρηση. Στο παρελθόν, τέτοια όργανα βασίζονταν στην περίοδο ταλάντωσης ενός εκκρεμούς, δεδομένου ότι, όσο πιο ισχυρή είναι η βαρυτική έλξη σε έναν τόπο, τόσο πιο σύντομη γίνεται η περίοδος ταλάντωσης. Πλέον, τα περισσότερα σύγχρονα βαρυτόμετρα βασίζονται στην ανάρτηση ενός βαριδίου γνωστής μάζας σε ελατήριο και στη μέτρηση της δύναμης που ασκείται, ενώ άλλα, όπως τα υπεραγώγιμα και τα κβαντικά, στηρίζονται σε διαφορετικές αρχές.

 

Στην Ελλάδα, η πρόσβαση σε βαρυτικά δεδομένα είναι δύσκολη, καθώς το νομικό πλαίσιο δεν ευνοεί κάτι τέτοιο. Και είναι λογικό να συμβαίνει αυτό, δεδομένης της εμπορικής αξίας των σχετικών μετρήσεων (εντοπισμός πετρελαίου, ορυκτών κλπ.). Για το θέμα, πάντως, της βαρυτικής χαρτογράφησης της Γης υπάρχει ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον παγκοσμίως. Η NASA, για παράδειγμα, μεταξύ 2002 και 2012 είχε θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα GRACE (Gravity Recovery and Climate Experiment), κατά το οποίο, μέσω δύο δορυφόρων σε τροχιά γύρω από τη Γη, μετρήθηκαν βαρυτικά, γεωμαγνητικά και τοπογραφικά δεδομένα ευρείας περιοχής και διακριτικής ικανότητας –δηλαδή, απόστασης μεταξύ μετρώμενων σημείων– 300 χιλιομέτρων (http://news.bbc.co.uk/1/hi/sci/tech/1668872.stm).

 

Βαρυτική χαρτογράφηση της Γης σύμφωνα με το πρόγραμμα GRACE.

 

Τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με την Πεντέλη;

 

Περιμένετε. Η ιστορία αυτή είναι πολύ μπερδεμένη, και θα πρέπει να ξεκαθαριστούν αρκετά πράγματα ακόμα. Είναι, όμως, ευκαιρία στο σημείο αυτό να πούμε και δυο λόγια για το "Θαλάσσι".

 

Στη θέση, λοπόν, όπου σήμερα βρίσκεται το ποδοσφαιρικό γήπεδο του Δήμου Νέας Πεντέλης, κατά το παρελθόν υπήρχε μία μικρή λίμνη, το "Θαλάσσι" (ή "Θάλωσσι" ή "Βουλισμένη" ή "Βουνολιμένι" ή "Μεταξάτα"), όπου μάλιστα, σύμφωνα με τον Δ. Καμπούρογλου, η δούκισσα της Πλακεντίας συνήθιζε να κάνει ολομόναχη βαρκάδα τα βράδια. Ανέφερε συγκεκριμένα ο γνωστός ιστορικός (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Ούτε ίχνος δεν υπάρχει πλέον από την ωραίαν αυτήν βαρκούλαν με τα κομψά κουπιά, που την ωδηγούσε μόνη της το βράδυβράδυ και παρεδίδετο εις τα όνειρα της, ενώ η νεροχαιλώναις την εβαυκάλιζαν με το τρεμουλιαστόν τους παράπονον».

 

Σύμφωνα, τώρα, με τον Κ. Χασάπη, διατελέσαντα διευθυντή του Αστεροσκοπείου Πεντέλης: «Υπάρχουν αρκεταί και ικαναί ενδείξεις ότι μεταιωρικός κρατήρ δυνατόν να είναι και ο παρά την Νέαν Πεντέλην και εις απόστασιν ολίγων εκατοντάδων μέτρων από της δημοσίας οδού ευρισκόμενος κρατήρ, το εσωτερικόν του οποίου καλύπτεται περιοδικώς υπό υδάτων, μεταβαλλόντων αυτόν εις μικράν λίμνην (αναφέρεται στο Θαλάσσι).» ("Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου", τόμος 13, σελίδα 436). Το ενδεχόμενο μία βαρυτική διαταραχή της Πεντέλης να επηρέασε την τροχιά του πιθανολογούμενου μετεωρίτη (κατά τον Κ. Χασάπη) ώστε αυτός να πέσει στο σημείο όπου δημιουργήθηκε το Θαλάσσι θα πρέπει να αποκλειστεί. Οι μετεωρίτες φτάνουν στην ατμόσφαιρα της Γης έχοντας αποκτήσει απίστευτη κινητική ενέργεια και ταχύτητες που ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα ανά ώρα. Καμία βαρυτική διαταραχή δε θα μπορούσε να εκτρέψει την πορεία ενός τόσο γρήγορα κινούμενου σώματος, ούτε καν κατά λίγα μέτρα.

 

Η ιδέα, πάντως, ότι το κοίλωμα της λίμνης του Θαλασσίου θα μπορούσε να αποτελεί μετεωρικό κρατήρα, την οποία εξέφρασε ο Κ. Χασάπης, είναι από μόνη της ενδιαφέρουσα και γοητευτική, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με μερικά άλλα στοιχεία και παραδόσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους παλιούς κατοίκους της Πεντέλης, το Θαλάσσι γέμιζε με νερά της βροχής, αλλά και με υπόγεια, όπως φαίνεται, ύδατα του υδροφόρου ορίζοντα του βουνού, ενώ κατά περιόδους άδειαζε ξαφνικά και αδικαιολόγητα. Πολλοί άνθρωποι είχαν πνιγεί στη μικρή –διαμέτρου εκατό περίπου μέτρων– και αβαθή αυτή λίμνη, γεγονός που αποδιδόταν στην ύπαρξη ρουφηχτρών. Με τον καιρό, είχε αποκτήσει τη φήμη της στοιχειωμένης, περιβαλλόμενη από ανάλογους θρύλους.

 

Η μικρή λίμνη του Θαλασσίου, όπως ήταν παλιά.

 

Η λίμνη μπαζώθηκε το 1964. Όμως, παρά το μπάζωμα και τη μετατροπή της έκτασης σε πρόχειρο γήπεδο ποδοσφαίρου, ο χώρος εξακολουθούσε να πλημμυρίζει από βροχές και υπόγειες απορροές.

 

Το πλημμυρισμένο γήπεδο του Θαλασσίου μετά το πρώτο μπάζωμα της λίμνης, το 1964.

 

Έτσι, η περιοχή της λίμνης ξαναμπαζώθηκε το 1981 και αναπλάστηκε εκ νέου σε ποδοσφαιρικό γήπεδο.

 

Το γήπεδο που προέκυψε μετά τη δεύτερη ανάπλαση.

 

Συγκεκριμένα, για το Θαλάσσι αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

Από φυλλάδιο του Δήμου Νέας Πεντέλης (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Στην κοινότητα υπάρχουν: ένα Δημοτικό Σχολείο, το Σχολείο μας, ένα νηπιαγωγείο, ένας παιδικός σταθμός, ένα Γυμνάσιο και ένα Λύκειο. Έχει 4 πλατείες: την κεντρική πλατεία, την πλατεία Κύπρου, την πλατεία Στρ. Αλ. Παπάγου και την πλατεία Αγ. Σίλα. Έχει επίσης δύο πανέμορφα άλση. Επίσης το καμάρι μας, το λόφο του προφήτη Ηλία με το «Θάλωσι ή Θαλάσι» το σημερινό γήπεδο, τη «μαγεμένη λίμνη» όπως την έλεγαν οι παλιότεροι. Να τι μας είπε ο κος Ταχριλτζίδης: «Την έλεγαν μαγεμένη, γιατί κατά μυστηριώδη τρόπο κάθε 4 χρόνια τα νερά της «τραβιούνταν» και αποκαλύπτονταν ο βυθός της με τα πάμπολλα φύκια. Μ' αυτά τα μικρά παιδιά έχτιζαν σπιτάκια. Εκεί έκαναν μπάνιο οι άνθρωποι. Η λίμνη είχε μια καταπληκτική ακουστική. Εκεί δίνονταν συναυλίες. Έλεγαν πως είχε και ρουφήχτρες. Τώρα έχει μπαζωθεί. Το πρώτο μπάζωμα έγινε το 1964 και το δεύτερο το 1981. Σήμερα στη θέση αυτή βρίσκεται το γήπεδο ποδοσφαίρου.»

 

Από τα πρακτικά ιστορικού και λαογραφικού συμποσίου του 1981, με θέμα την ιστορία και τις παραδόσεις της Πεντέλης (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Ένα απ' τα παράξενα της Πεντέλης είναι ότι είχε κάποτε, ακόμη μέχρι εδώ και μισό αιώνα λίμνη. Μάλιστα, αγαπητοί μου! Λίμνη μικρή βέβαια και όχι βαθιά. Λεγόταν Θάλωσι ή Θαλάσσι και βρισκόταν ελάχιστα χιλιόμετρα δυτικότερα της Νέας Πεντέλης. Σήμερα, δεν ξέρω αν υπάρχει ή γεμίζει η λίμνη με νερό, ύστερ' από βροχές. Ούτε την είχα δει. Όμως έχω ακούσει γι' αυτή. Περιβάλλεται με θρύλους. Ότι ήταν γιομάτη από λάμιες και νεράϊδες. Λίμνη κακιά, αφού καταπίνει ή πνίγει ανθρώπους. Έτσι τουλάχιστο μου αφηγήθηκαν παλιοί τσοπάνηδες του χωριού μου, ο γέροΜιστόκλης ο Σπανός κι ο Χρήστος Μεγαγιάννης.»

 

Αυτά, όσον αφορά το Θαλάσσι. Ας επανέλθουμε, όμως, στη συζήτηση μας, γιατί ξεφύγαμε ελαφρώς από το θέμα της ενότητας. Και έχουμε πολλά να δούμε και να πούμε ακόμα πριν φτάσουμε στην ουσία της.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ