|
ΑΡΧΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ |
![]() |
Βρισκόμουν σ' ένα Τυπογραφείο στην Κόλαση και είδα τη μέθοδο με την οποία η γνώση μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Στον πρώτο θάλαμο υπήρχε ένας Δράκοντας–Άνθρωπος που καθάριζε τα απορρίμματα από το στόμιο μιας σπηλιάς· μέσα, πλήθος δράκων διεύρυναν τη σπηλιά. Στον δεύτερο θάλαμο υπήρχε μια Έχιδνα τυλιγμένη γύρω από το βράχο και τη σπηλιά, και άλλες που την κοσμούσαν με χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια. Στον τρίτο θάλαμο υπήρχε ένας Αετός με φτερούγες και φτέρωμα από αέρα, που προσέδιδε απεραντοσύνη στο εσωτερικό της σπηλιάς· γύρω, υπήρχαν πλήθη ανθρώπων όμοιοι με Αετούς, οι οποίοι έκτιζαν παλάτια στους αχανείς γκρεμούς. Στον τέταρτο θάλαμο υπήρχαν Λιοντάρια από μαινόμενη φλόγα, που λυσσομανούσαν και έλιωναν τα μέταλλα σε έμβια υγρά. Στον πέμπτο θάλαμο υπήρχαν Ανώνυμες μορφές, που έχυναν τα λιωμένα μέταλλα στην απέραντη έκταση. Εκεί, παραλαμβάνονταν από Ανθρώπους που κατοικούσαν στον έκτο θάλαμο, και έπαιρναν τη μορφή βιβλίων και τακτοποιούνταν σε βιβλιοθήκες.
William Blake, "The Marriage of Heaven and Hell" – "Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης" |
Αρχική σκέψη ήταν η ενότητα αυτή να διασκευαστεί σε μια μικρή νουβέλα, υπό τον τίτλο και το ακαταλόγιστο της οποίας κάποια πραγματικά στοιχεία θα διασυνδέονταν μεταξύ τους μέσω μιας φανταστικής πλοκής. Ωστόσο, αν και βολικό ως προς τη διασύνδεση των γεγονότων, κάτι τέτοιο θα έμπλεκε την ήδη μπερδεμένη αυτή ιστορία ακόμη περισσότερο. Συχνά, εξάλλου, οι ίδιες οι σκιές των πραγμάτων δημιουργούν από μόνες τους ένα τέτοιο πλέγμα συσχετισμών, ώστε αγγίζουν και συνδέουν κάποια γεγονότα πολύ πιο άρρηκτα απ' ό,τι οποιαδήποτε φανταστική πλοκή ποτέ θα μπορούσε.
Όσο περισσότερο τα γεγονότα φωτίζονται, τόσο οι σκιές τους διαγράφονται εντονότερα. Και οι σκιές των γεγονότων, όπως όλες οι σκιές, εξαρτούν τη μορφή τους από την οπτική γωνία μέσω της οποίας ο εκάστοτε παρατηρητής επιχειρεί να τα φωτίσει. Κάποιες φορές, κατά τη διαδικασία αυτή, δημιουργούνται και σκιές τις οποίες εμείς οι άνθρωποι χαρακτηρίζουμε παραπλανητικές. Στην πραγματικότητα, όμως, οι σκιές, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τους νόμους της οπτικής, μεταφέρουν πάντα και με πιστότητα το αποτύπωμα των συνθηκών που τις δημιούργησαν. Η παραπλάνηση αποτελεί ανθρώπινο ιδίωμα. Οι σκιές, από την άλλη, είναι εξίσου αληθινές όσο και η πηγή τους.
Σε αυτή την ενότητα θα επιχειρήσουμε να ανασύρουμε κάποια θραύσματα μέσα από μια πλατιά θάλασσα χρόνου. Αν και δεν αποτελούν παρά μικρά υπολείμματα χαμένων πια ερειπίων, τα σκόρπια αυτά θραύσματα έχουν την ιδιότητα να κουβαλούν μέσα τους τις μνήμες των εποχών που τα γέννησαν. Δεν πρόκειται να επιχειρηθεί κάποιο συνταίριασμα μεταξύ τους, πέρα από την απλή συνέχεια της αφήγησης. Ούτε και η παράθεση τους διέπεται από κάποια χρονολογική σειρά. Επαφίεται στη δική σας διακριτική ευχέρεια το αν και τι θα διακρίνετε. Ίσως διακρίνετε γεγονότα. Ή ίσως σκιές. Ή και τα δύο.
Το μονοπάτι της σπηλιάς
|
ΑΡΧΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ |
![]() |
...Όλα αυτά δεν τα πρόσεχε η Αλίκη, που εξακολουθούσε να κοιτάζει με προσήλωση το δρόμο, σκιάζοντας με το χέρι τα μάτια της. "Βλέπω κάποιον τώρα!", αναφώνησε τελικά. "Όμως, έρχεται πολύ αργά – και, τι παράξενα που συμπεριφέρεται!"...
Lewis Carroll, "Through the Looking Glass, and what Alice Found there" – "Μέσα από τον Καθρέφτη, και τι η Αλίκη Βρήκε εκεί" |
Ήδη από τις πρώτες ενότητες παραθέσαμε αποσπάσματα βιβλίων του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, ενός ασυνήθιστου περιηγητή των παλιών καιρών, που γνώριζε πολύ καλά τόσο την Πεντέλη όσο και τη σπηλιά. Απ' όλα τα σχετικά κείμενα του, ωστόσο, υπάρχει κάποιο που δεν έχουμε αναφέρει, το οποίο περικλείει πολύ περισσότερα απ' ό,τι τα υπόλοιπα αφήνουν να διαφανεί. Πρόκειται για ένα άρθρο με τίτλο "Το μονοπάτι της σπηλιάς", που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό "Νέα Εστία" τον Οκτώβριο του 1927 (τόμος Β' 1927, σελίδες 776–778 – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Ας δούμε, λοιπόν, εδώ αυτούσιο το εν λόγω άρθρο, σχολιάζοντας ορισμένα σημεία του στη συνέχεια:

Το μονοπάτι της σπηλιάς
Εσκεφθήκατε ποτέ τι διαφέρει εκείνος που κατέρχεται την οδό Σταδίου από εκείνον που ανέρχεται το μονοπάτι του βουνού;
Περισσότερον πολιτισμένος βεβαίως είναι ο πρώτος, αλλά περισσότερον άνθρωπος ο δεύτερος.
Ούτε σκουντά για να προχωρήση, ούτε τον σκουντούν για να προσπεράσουν. Και τα δύο χαρακτηριστικά αποκλειστικά ζωώδη. Βαδίζει σε έδαφος που είναι παστρικόν όχι διότι επλύθη, αλλά διότι δεν ελερώθη: «θρυψαλικός» χαρακτηρισμός της πάστρας. Και πού τ' αφίνουν η νεροποντές να λερωθή;! Κάπου κάπου κανενός λαγού σημάδι, ή κανενός κατσικιού ξαλάφρωμα –σαν κουκιά κομπολογιού που 'σπασε το κορδόνι του– είναι για να σου φανερώσουν μόνο πως το μονοπάτι αυτό το ξέρουν και άλλοι.
Έπειτα αυτή η ολοένα ανύψωσις με αρχικό σημάδι στη γη και τελικό στα ουράνια; Έπειτα η ευωδία που αναδίδουν τα χαμόκλαδα δεξιά και αριστερά στο διάβα σου;
Και το τελευταίο, μα πρώτο από όλα: η απομόνωσις; Μέσα στη χώρα ακούς διαρκώς και με διαφόρους τρόπους απ' τον ένα κι απ' τον άλλο να σου λένε τι είσαι. Και μόνον όταν βαδίζης στο μονοπάτι του βουνού κατάμονος, ερωτάς ο ίδιος τον εαυτό σου: τι είμαι; – ας τα πούμ' εδώ που κανείς ούτε μας ακούει, ούτε θα μας μαρτυρήση.
Τίποτε δεν διακόπτει την σκέψι σου, και μόνο την προσοχή σου κάπου κάπου διασπά κανένας αετός που αφού πρώτα εχάραξ' έναν κύκλο στο αχανές, ετράβηξε ύστερα του 'ψήλου. Η ώρα του η καλή!
Το μονοπάτι δεν το εδημιούργησε γεωμέτρης, ώστε να σε μπυρίζη ο ήλιος απ' την ανατολή ως τη δύσι, ή να σε στραβώνη η ανεμόσκονη του βοριά ή του μπάτη. Το εδημιούργησε η σοφία του στρατοκόπου και του βοσκού. Δεν γνωρίζομε ούτε τ' όνομα ούτε την χρονιά που το εχάραξαν. Είναι τάχα των νεωτέρων χρόνων, είναι βυζαντινό, είναι αρχαίο, είναι θρυλικό; Αυτό ο Θεός το ξέρει. Όλοι δεν έχουν τη φιλοδοξία του Φιλοσόφου Νεοφύτου της Μονής Κυνηγού, για να στήσουν το κολωνάκι του Σταυρού στην οδόν των Μεσογείων.
٭
٭ ٭
Αλλά το «μονοπάτι του Βριλησσού» δεν είναι σαν κάθε μονοπάτι. Αυτό αρχίζει με ένα πηγάδι και τελειώνει σε μια σπηληά: την περίφημη «Σπηληά της Πεντέλης» (1). Και είναι παμπάλαιο και λιθόστρωτον όλο το πανάρχαιον αυτό μονοπάτι, που το ανέβηκε κάποιος νυμφόληπτος στενάζοντας, το ανέβηκεν –αιώνας κατόπιν– και κάποιος ασκητής, στενάζοντας και αυτός. Ο πρώτος στέκεται στη μέση και απαγγέλλει ύμνον εις την νύμφην της καρδιάς του· ο δεύτερος μουρμουρίζει ολοένα δέησιν εις την οσίαν της ψυχής του.
Όταν το πρωτοανέβηκα κ' εγώ, ήμουν παιδί. Ούτε από νύμφας ούτε από οσίας εγνώριζε η καρδιά μου και η ψυχή μου. Μα ούτε κ' εσκέφθηκα ποτέ αν έχω καρδιά η ψυχή.
Το μόνον που εγνώριζα ήταν να τραγουδώ. Και δεν έμεινε ευμορφιά χωρίς να την τραγουδήσω.
Αυτός είναι ο λόγος που έπιασα φιλίες και με τους τζιτζίκους κ' έγραψα μάλιστα και στίχους συμπαθητικούς για δαύτους.
٭
٭ ٭
Δεν είναι όμως μονάχα ο νυμφόληπτος των αρχαίων αιώνων και ο ασκητής των παλαιών χρόνων που ανέβηκαν το μονοπάτι της Σπηληάς: το ανέβηκε και ο ΦΕΙΔΙΑΣ.
Είπε και επέταξαν τα μάρμαρα που είχαν φλέβες –είναι στον τόπο τους ακόμα– και χάιδεψε εκείνα που εδημιούργησαν τους θεούς του Παρθενώνος του.
Αφήστε λοιπόν, αναγνώσται, τώρα όλοι μισορουφημένο τον καφέ σας και πάρτε τον ανήφορο. Από τα ίχνη της μεγαλοφυίας που κείνται αριστερά ανεβαίνοντας και δεξιά κατεβαίνοντας, κάτι θα κολλήσετε και σεις (2). Αυτός είναι ο αισθητικός δρόμος που θα σας οδηγήσει στην αθανασία. Δεν θα λάβετε αφορμή να φωνάξετε: «τόπο για να περάσουμε». (Απαράλλακτα όπως εκείνος που κρατώντας ένα σκοινί στο χέρι, φώναζε στην κοσμοπλημμύρα της αγοράς: «βάρδα να μη σας κουτουλήση το βούδι». Και όταν τον ερώτησαν πού είναι το βόιδι; απήντησε: «Τώρα πάω ναν το πάρω».)
٭
٭ ٭
Εγνώρισα την Σπηληά και την Άνοιξι που ήτον κατανθισμένος ο μοσχολιός (3) που στεφανώνει την μπασία της –ευχηθήτε όλοι οι αισθητικοί να μην ξεραθεί ποτέ του!– την εγνώρισα και τον Σεπτέμβρη που ο κίτρινος κρόκος, ο λαλές (4), είχε ταπητοστρώσει την είσοδο της.
Και μόνον, όσες φορές και να πήγα στη σπηληάν αυτή, –αμέτρητες είναι– ο καταπράσινος κισσός του Διονύσου εστόλιζε πάντα τας παραστάδας της αχειροποιήτου πύλης της (5).
Για τον κισσό του Θεού της εμπνεύσεως, όπως και για την εληά της Θεάς της σοφίας δεν υπάρχουν εποχαί του χρόνου. Πάντα είναι πράσινα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Φειδίας κάποτε, σε εύθυμες στιγμές –και πότε έλειπαν τέτοιες στιγμές απ' τους ευλογημένους αυτούς!– εστεφάνωσε με τους κοσσύμβους του κισσού αυτού την ωραία του κεφαλή!
Και μπαίνοντας μέσα, νομίζει κανείς θα τον ιδή να προβάλη πίσω από τα παραπετάσματα –από σταλακτίτες είναι– της αιθούσης αυτής του Βριλησσού. Νομίζει πως θ' ακούση την φωνή του και ξαφνίζεται στους ήχους που κάνουν η σταλαγματιές στάζοντας απ' τον θόλο της σπηληάς στην μαρμαρένια γουβίτσα, που μόνη της την εσχημάτισε.
Ήχοι ρολογιού που μετρά τους αιώνας είναι η σταλαγματιές αυτές, ή νότες της μουσικής των πνευμάτων.
Και ξαφνίζεται ακόμη περισσότερο, όταν κάποια πετρίτσα, πέφτοντας από τους θόλους κάτω, λες και προστάζει την ηχώ να επαναλάβη το άκουσμα του στοιχειού που την έριξε.
٭
٭ ٭
Τώρα γίνε δαδούχος, αναγνώστα, προχώρησε προς τα μυστήρια του χάους. Εκεί θα βρης την μαρμαρένια σκάλα που οδηγεί στη μυστική στέρνα του βάθους: πρόσεξε να μη γλιστρήσης, δυστυχισμένε! (6)
Κάποιος θρύλος που έγινε κατόπι παράδοσις και λογοτεχνήθηκε κι όλας σε παραμύθι, θέλει πως μέσα στην σπηληάν αυτή κάποτε χάθηκ' ένας βασιληάς, και γυρεύοντας τον η βασιλοπούλα, εχάθηκε κι αυτή μέσα στους θόλους που τους υποβαστάζουν κολώνες από σταλακτίτες (καταχωμένοι είναι τώρα οι περισσότεροι θόλοι). Μα η νυχτερίδες που όλο και τριγύριζαν στη σπηληά μέσα, ειδοποίησαν μια κουκουβάγια, κι αυτή ωδήγησε τη βασιλοπούλα και βγήκεν έξω.
Και κάποιους στίχους είχα διαβάσει στα περασμένα μου χρόνια για τον θρύλον αυτόν, και μάλιστα θυμούμαι τους πρώτους: μονάχ' αυτούς.
κουκουβάγιες του χαμού,
της μαγεύτρας τα πουλιά,
τι ζητάτε στη σπηλιά; (7)
– Χάσαμε το βασιληά
πούχε τ' αργυρά μαλιά·
χάσαμε τη ρηγοπούλα,
τη χρυσή βασιλοπούλα!
٭
٭ ٭
Ας γυρίσωμε τώρα φύλλο. Και για να γίνει η μεταστροφή πλήρης, ας ανάψωμε και λίγο μοσχολίβανο.
Στην θέα του πρώτου ασκητού που επάτησε το κατώφλι της σπηληάς –κάπου τώγραψα αυτό (8)– αι Νύμφαι κατατρομαγμένες έφυγαν απ' τη σπηληά.
Ο ασκητής, αφού εσταυροκοπήθηκε τρεις φορές, ήπιε απ' το νερό της γουβίτσας. Μα είχαν ακουμπήση σ' αυτήν τα χειλάκια της Νύμφης. Το νερό έγινε τότε αθάνατο και ο ασκητής γεράματα δεν είχε. Κι αν δεν γκρεμιζότανε κάποτε, θέλοντας να πιάση τη νύχτα έναν αητό που φώλιαζε στους βράχους, για να του βγάλη ένα φτερό να γράψη της αμαρτίες του, θάνατο δεν θα γνώριζε.
Είχαν τρομάξει και άλλοτε αι Νύμφαι, νομίζοντας πως τας ανεκάλυψεν ο Σιληνός (9) οδηγών στίφος Σατύρων. Αλλ' ήσαν τράγοι (10), και αι Νύμφαι εξέσπασαν σε γέλια. Τώρα όμως δεν γελούν εις την θέαν του τραγογένη –έτσι τον θέλει ο λαός τον Άγιον άνθρωπο– φεύγουν κι ακόμη φεύγουν!... Αλλά δεν τας ελησμόνησεν η παράδοσις και εσώθησαν εις την διήγησιν «για της δύο νύφες που για να γλυτώσουν από τους ανεπιθύμητους γαμπρούς, κατέφυγαν στη σπηληά της Μεντέλης».
٭
٭ ٭
Ο ασκητής μας δεν λαξεύει, όπως ο Νυμφόληπτος της σπηληάς του Υμηττού τον Πάνα, ούτε τον ευατό του, ούτε την Νύμφην της αγάπης του που τον έκαμε και πήρε τα βουνά· ο Ασκητής του Βριλησσού λαξεύει τους Αγγέλους που θα παραλάβουν την ψυχή του, Σταυρούς και άλλους Σταυρούς, κάτι αετούς –αυτούς που του έδωσαν την ιδέαν της καταστροφής του– και ένα τσαμπί σταφύλι που είναι και θρησκευτικό σύμβολον, αλλά και παιδιάστικη του ίσως ανάμνησις, από τότε που ελέγετο Νικολάκης. Κατόπιν έγινε Νικόλαος και τώρα Νικάνωρ. (Άγιος Νικόλαος είναι και η εκκλησία του σπηλαίου).
Αλλά κοντά στο τσαμπί είναι λαξευμένο και ένα περιστεράκι, και το τσαμπί αυτό βγαίνει από ένα βάζο που έχει το σχήμα καρδιάς! Δυστυχισμένε ασκητή, χωρίς να θέλης μας εξεμυστηρεύθης τον πόνον σου. Αυτή είναι η ιστορία σου όλη κι όλη (11).
Αν ερωτάτε και για ελλόγου μας: Οσάκις επισκέπτομαι την σπηληά, αφού πιω από το νερό της γούβας –αμαρτίες δεν έχω που γράφονται– προσφωνώ τον Φειδία, τον Ικτίνον και τον Καλλικράτη, και πρώτ' απ' όλους τον Περικλή. (Φίλε της ζωής μου και των εκδρομών μου Γιαννόπουλε (12), ποτέ δεν λησμονώ να προσφωνήσω και σε). Εισέρχομαι κατόπιν εις το αχειρποίητον παρεκκλήσι και προσεύχομαι. Αυτόν τον συνδυασμόν συνύφανε με την ιστορίαν του ο Ελληνισμός.
Το μονοπάτι του Βριλησσού θα το πάρω και πάλι, για να επισκεφθώ τη σπηληά που συνδέεται τόσο με τη ζωή μου, και κάθε τόσο θαν το ανεβαίνω έως να έρθη η μέρα που θα μου πη η ανηφόρα του: «Φτάνει σου. Εγέρασες πια».
Δ. Γρ. Καμπούρογλους
(1) Πρόκειται για τον αρχαίο λιθόστρωτο δρόμο που ξεκινά από τις υπώρειες της Πεντέλης και καταλήγει στη σπηλιά. Μέσω του δρόμου αυτού μεταφέρθηκαν κατά τα αρχαιότητα οι όγκοι μαρμάρων από τα λατομεία του βουνού στην Αθήνα. Όσο για το πηγάδι που προσδιορίζεται από τον Καμπούρογλου ως αρχή του «μονοπατιού της σπηλιάς», αυτό πιθανώς αντιστοιχεί σε ένα πηγάδι του περιβόλου της μονής Πεντέλης.
(2) Αναφέρεται σε σειρά από λαξευμένες υποδοχές δοκών αριστερά του αρχαίου δρόμου καθώς ανηφορίζουμε, που χρησίμευαν στη μεταφορά των λατομημένων όγκων μαρμάρου...
...καθώς, ενδεχομένως, και σε δύο μεγάλα θραύσματα ημίεργου όγκου, ο οποίος προοριζόταν να αποτελέσει σπόνδυλο κίονα, αλλά κατά τη μεταφορά έσπασε.
(3) Πρόκειται για φυτό της οικογένειας της Βαλεριάνας (επιστημονική ονομασία: Κέντρανθος ο ερυθρός – άλλες ονομασίες: Ανάλατος, Ερπίνη), που φύεται σε βραχώδεις περιοχές και σε ερείπια κτισμάτων. Μοσχολιοί εξακολουθούν να φυτρώνουν έξω από τη σπηλιά, ενώ αφθονούν και σε ολόκληρη την Πεντέλη.
(4) Οι Κρόκοι αποτελούν οικογένεια φυτών, από τα άνθη των οποίων παράγεται το πανάκριβο μπαχαρικό σαφράν (ή ζαφορά).
Ο «κίτρινος κρόκος, ο λαλές», όπως αναφέρεται από τον Καμπούρογλου, είναι στην πραγματικότητα ένα είδος αγριόκρινου που μοιάζει αρκετά με κρόκο (αλλά δεν είναι), ανθίζει κάθε χρόνο περί τον Οκτώβρη έξω από τη σπηλιά, και μαζί με τα κυκλάμινα σηματοδοτεί την έλευση του φθινοπώρου.
(5) Ο υπεραιωνόβιος κισσός στον οποίο γίνεται αναφορά αποτυπώνεται σε απεικονίσεις της σπηλιάς από τις αρχές ακόμα του 19ου αιώνα. Μέχρι και τη δεκαετία του 2000 κάλυπτε μεγάλο μέρος της πρόσοψης των εκκλησιδίων.
|
Φωτογραφία της πρόσοψης των εκκλησιδίων, τραβηγμένη περί το 1950 (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Προσέξτε το πάχος του κορμού, άρα και την ηλικία του κισσού. Αριστερά, ο Γεώργιος Γ. Λαδάς. |
Στους αιώνες της ύπαρξης του, ο γερο–Κισσός είχε δει αμέτρητους ανθρώπους να επισκέπτονται τη σπηλιά. Ο Καμπούρογλου, η δούκισσα της Πλακεντίας και τόσοι άλλοι είχαν περάσει κατά καιρούς δίπλα του. Και, ποιος ξέρει τι ιστορίες θα είχε ακούσει εκεί...
Ο ηλικίας αιώνων αυτός οργανισμός ξεριζώθηκε το 2002, κατά τις εργασίες συντήρησης των εκκλησιδίων. Τα υπολείμματα του πετάχτηκαν δίπλα σε μπάζα, δεξιά της τελικής ανηφόρας του χωματόδρομου προς τη σπηλιά.
Οι άνθρωποι που τον ξερίζωσαν και τον παραπέταξαν εκεί, να είχαν άραγε συναίσθηση του ότι την εποχή που το νεαρό βλασταράκι του κισσού λουζόταν για πρώτη φορά στον αττικό ήλιο εκείνοι και οι προπάπποι τους δεν υπήρχαν ούτε καν ως αμυδρές υποψίες;
(6) Πρόκειται για το τριγωνικό τούνελ που ξεκινά από το αριστερό (καθώς μπαίνουμε) τοίχωμα της σπηλιάς και οδηγεί στη μικρή «λιμνούλα» στο βάθος.
(7) Νυχτερίδες υπάρχουν άφθονες στη σπηλιά.
|
Κοιμώμενη νυχτερίδα στο τριγωνικό τούνελ της «λιμνούλας». |
Είναι, όμως, ενδιαφέρον ότι στο εσωτερικό της φώλιαζε και ένα είδος κουκουβάγιας – ένας χουχουριστής, όπως ονομάζεται, λόγω του χαρακτηριστικού ήχου που βγάζει.
|
Χουχουριστής |
Ο αθώος αυτός ένοικος της σπηλιάς, με τους απόκοσμους ήχους του, είχε κατά καιρούς τρομάξει αρκετούς επισκέπτες που αγνοούσαν την παρουσία του.
(8) Σε απόσπασμα του βιβλίου του "Ο Αναδρομάρης της Αττικής" (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ).
(9) Στην ελληνική μυθολογία, ο Σιληνός (ή Σειληνός), γιος του Πάνα, ή του Ερμή και μιας Νύμφης κατά μία διαφορετική εκδοχή, ήταν εκείνος που είχε αναθρέψει τον θεό Διόνυσο (υπάρχει και τρίτη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο Σιληνός είχε γεννηθεί από τις σταγόνες αίματος του Ουρανού, κατά τον ακρωτηριασμό του τελευταίου από τον Κρόνο). Θεωρείτο πολύ σοφός, όμως τη σοφία του αυτή δύσκολα και μόνο έπειτα από πίεση την αποκάλυπτε στους ανθρώπους. Κατά την παράδοση, ήταν πολύ άσχημος, με πλατιά μύτη, χοντρά χείλη και βλέμμα ταύρου. Απεικονιζόταν συνήθως καβάλα σ' ένα γαϊδουράκι, πάνω στο οποίο με δυσκολία κρατιόταν, καθότι μονίμως μεθυσμένος.
(10) Το 1898, ο Καμπούρογλου, ο ποιητής Γεώργιος Στρατήγης και ο θεατρικός συγγραφέας Νίκος Λάσκαρης είχαν ιδρύσει μία ομάδα που, εν μέσω διάθεσης χιούμορ και αυτοσαρκασμού, είχαν ονομάσει «Σύλλογος των τράγων». Ο σύλλογος αυτός δεν είχε ούτε καταστατικό ούτε προεδρείο. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια συντροφιά που κάθε Σάββατο βράδυ συγκεντρωνόταν σε κάποιο κέντρο, και έπειτα από γερό τσιμπούσι και γενναία ζυθοποσία συζητούσε γύρω από διάφορα θέματα. Αυτά ήταν τα λεγόμενα Σάββατα των τράγων. Σύμβολο του συλλόγου ήταν ένας τράγος που εικονιζόταν ακουμπισμένος πάνω σε ένα βαρέλι, κρατώντας δύο ποτήρια μπύρας στα μπροστινά του πόδια. Διέθεταν και ειδικά τέτοια ποτήρια μπύρας, διπλάσια σε μέγεθος από τα συνηθισμένα και με ανάγλυφο πάνω τους έναν τράγο. Στην παρέα αυτή σύντομα προστέθηκαν πολλά νέα μέλη, μεταξύ των οποίων ο Αδ. Κύρος, ο Π. Νιρβάνας, ο Γ. Ροϊλός, ο Γ. Ζέσος, ο Β. Δούσμανης, ο Σ. Δάσιος, και αργότερα ο Ιωάννης Μεταξάς (μετέπειτα δικτάτορας και πρωθυπουργός της Ελλάδας), ενώ υπήρχαν και έκτακτα μέλη, όπως ο Δ. Ταγκόπουλος, ο Γ. Τσακαλόπουλος, ο Ιωαν. Πετρίδης και αρκετοί άλλοι. Οι «τράγοι» συγκεντρώνονταν τακτικά την περίοδο από το 1898 ως το 1918 στην μπυραρία Κλάιν της Ιεράς Οδού, και αργότερα σ' εκείνη του Φιξ. Οι συγκεντρώσεις αυτές διακόπηκαν το 1919 λόγω των γεγονότων της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ενώ το 1933 τα τρία αρχικά μέλη επανίδρυσαν το σύλλογο. (Τα προηγούμενα προέρχονται από τη βιογραφία του Καμπούρογλου, που εκδόθηκε το 1974 από τον Δημήτριο Γέροντα, με τίτλο "Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, ο Αναδρομάρης της Αττικής και της Αθήνας" – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Τώρα, ίσως στο σημείο αυτό βρίσκατε ενδιαφέρον το να αναζητούσατε τα ονόματα ορισμένων από τα μέλη του Συλλόγου των τράγων, και συγκεκριμένα εκείνο του Βίκτωρα Δούσμανη, του Ιωάννη Μεταξά και του Δημητρίου Καμπούρογλου, στο αρχείο Διακεκριμένων Ελλήνων Τεκτόνων της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδας – https://grandlodge.gr/poioi-eimaste/tektones/.
(11) Στα λαξεύματα αυτά, καθώς και στα σχετικά σχόλια του Καμπούρογλου, θα αναφερθούμε εκτενώς στην πορεία της ενότητας.
(12) Εννοεί τον Περικλή Γιαννόπουλο (1869–1910), φοιτητή Ιατρικής, ο οποίος, λόγω των πόλλων και ζωηρών του ενδιαφερόντων, ουδέποτε ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Υπήρξε μανιώδης αρχαιοδίφης, καθώς και λάτρης της ελληνικής, και ιδιαίτερα της αττικής φύσης. Έντονα ελληνιστής, κατηγόρησε μέσα από διάφορα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά τον «ευρωπαϊσμό» και τη ροπή πολλών συμπολιτών του προς αυτόν ως πηγή των κακώς κείμενων στην τότε Ελλάδα. Προς διάδοση των ιδεών του, εξέδωσε την "Έκκλησιν προς το Πανελλήνιον Κοινόν", μέσω της οποίας ζητούσε από τους «Πανέλληνες» να συνδράμουν στην επανίδρυση ενός νέου ελληνικού πολιτισμού (αλλά και τη συνδρομή του έθνους στην έκδοση και διάδοση των πολυάριθμων μελετών του). Η έκκληση δεν εισακούστηκε από τους Πανέλληνες, οπότε ο Περικλής Γιαννόπουλος έκαψε όλα τα ανέκδοτα χειρόγραφα του περί εθνικών ιδανικών και εθνικών επιδιώξεων, καθώς και περί ελληνικής αρχιτεκτονικής, μουσικής και ποίησης. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε με περίστροφο, έφιππος εντός της θάλασσας, σε απόσταση λίγων μέτρων από την ακτή της Ελευσίνας.

Ποιος ήταν, όμως, ο άνθρωπος πίσω από τις γραμμές του παραπάνω άρθρου; Ποιος ήταν αυτός ο Καμπούρογλου;
|
|