ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Η αδελφότητα της σπηλιάς (μέρος Γ')

 

 

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να τονιστεί ότι, όπως είδαμε, ο Καμπούρογλου δεν ήταν ένας αδαής επισκέπτης της σπηλιάς, που κάποια στιγμή αποφάσισε να γράψει ένα ευφάνταστο άρθρο γι' αυτή. Ήταν, αντιθέτως, ένας γνώστης, ο οποίος είχε αφιερώσει τη ζωή του στην αναζήτηση της ιστορίας και της λαογραφικής παράδοσης της Αττικής, συμπεριλαμβανομένης, βεβαίως, και της Πεντέλης με τη σπηλιά της. Οι σκέψεις και τα στοιχεία που εξέθετε στο συγκεκριμένο άρθρο δεν αποτελούσαν συρραφές περιστασιακών εντυπώσεων, αλλά καρπούς πολυετούς και σταθερής ενασχόλησης με το αντικείμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι για μία περίοδο 25 περίπου ετών είχε εργαστεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη, διατελώντας μάλιστα και επιμελητής των εκεί φυλασσόμενων χειρογράφων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ερευνητική του ενασχόληση, του έδινε την ευχέρεια να αντλεί μεγάλο όγκο στοιχείων που είχαν πια περάσει στη λήθη.

 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που προκαλούν εντύπωση στο άρθρο είναι η αναφορά στους θρύλους που περιέβαλλαν τη σπηλιά από πολύ παλιά – ίσως από τα αρχαία ακόμα χρόνια. Έτσι, έχουμε το θρύλο του βασιλιά που χάθηκε μέσα στους θόλους της (αξίζει να θυμηθεί κανείς στο σημείο αυτό την αναφορά του Τσελεμπί), και της βασίλισσας που χάθηκε επίσης αναζητώντας τον (κατά το θρύλο, μόνο η βασίλισσα κατόρθωσε να ξαναβγεί έξω, οδηγημένη από μια κουκουβάγια), αλλά και εκείνον με τις δύο μέλλουσες νύφες που, θέλοντας να αποφύγουν τα δεσμά του γάμου, βρήκαν καταφύγιο στη σπηλιά. Είναι εμφανής η ομοιότητα ορισμένων από τους συμβολισμούς των θρύλων αυτών με στοιχεία της αρχαιοελληνικής αλλά και της πανανθρώπινης αρχετυπικής–μυθολογικής παράδοσης. Άξια προσοχής είναι επίσης η διάκριση που κάνει ο Καμπούρογλου μεταξύ θρύλου, παράδοσης και παραμυθιού. Οι θρύλοι, εξ ορισμού και σε αντίθεση με τους μύθους, εμπεριέχουν και πραγματικά γεγονότα, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου φτάνουν να αλλοιωθούν σε σχέση με την αρχική τους μορφή. Θρύλοι, βέβαια, για την Πεντέλη και τη σπηλιά υπήρχαν πάρα πολλοί, αρκετοί μάλιστα απέπνεαν ξεκάθαρα την αίσθηση του υπερφυσικού και του αλλόκοτου. Σε ορισμένους τέτοιους, καταγεγραμμένους σε λαογραφικές μελέτες, αναφερθήκαμε σε προηγούμενη ενότητα.

 

Αλλά, εκείνο που μας είχε αφήσει έκπληκτους όταν πρωτοδιαβάσαμε το άρθρο του Καμπούρογλου ήταν κάτι άλλο, που υποψιαζόμασταν μεν, αλλά δεν περιμέναμε ότι θα συναντούσαμε τόσο ξεκάθαρα.

 

Αυτός ο άνθρωπος, έχοντας ζήσει περίπου έναν αιώνα πριν, έγραφε για ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μια σπηλιά, την οποία είχε επισκεφθεί αμέτρητες φορές και με την οποία, όπως ο ίδιος δήλωνε, είχε συνδέσει ολόκληρη τη ζωή του («Όταν το πρωτοανέβηκα κ' εγώ, ήμουν παιδί.», «Και μόνον, όσες φορές και να πήγα στη σπηληάν αυτή, –αμέτρητες είναι–...», «Το μονοπάτι του Βριλησσού θα το πάρω και πάλι, για να επισκεφθώ τη σπηληά που συνδέεται τόσο με τη ζωή μου, και κάθε τόσο θαν το ανεβαίνω εως να έρθη η μέρα που θα μου πη η ανηφόρα του: "Φτάνει σου. Εγέρασες πια."»). Τι στα κομμάτια... ήταν σαν να κοιτάζαμε σε έναν καθρέφτη. Γιατί κι εμείς το ίδιο μονοπάτι ανηφορίζαμε από παιδιά, και στην ίδια σπηλιά καταλήγαμε πάντα, έχοντας την επισκεφθεί αμέτρητες φορές και συνδέσει με αυτή τις δικές μας ζωές. Ο Καμπούρογλου περιέγραφε σκέψεις, παρατηρήσεις, μικρές ιεροτελεστίες και συναισθήματα που ήταν όμοια με τα αντίστοιχα δικά μας. Απέπνεε με τα γραφόμενα του την ίδια εκείνη χαρακτηριστική αίσθηση που οδηγούσε πάντα και τα δικά μας βήματα πίσω στη σπηλιά. Μιλούσε για ένα περίεργο και ακαθόριστο κάλεσμα, του οποίου την επίδραση επιχειρούσε να μεταδώσει πίσω από τις λέξεις.

 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσαμε κάποιον ο οποίος, με έκπληξη, διαπιστώναμε ότι ακολουθούσε το μονοπάτι της σπηλιάς μια ολόκληρη ζωή. Υπάρχουν και άλλοι, συνειδητά σιωπηροί και αφανείς άνθρωποι, που, ανεξάρτητα μεταξύ τους, και μάλιστα αγνοώντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου, έχουν βαδίσει το συγκεκριμένο «μονοπάτι» ξανά και ξανά, οδηγημένοι από το παράδοξα κοινό εκείνο κάλεσμα. Κάποιοι, μάλιστα, έχουν χαράξει –μεταφορικά και κυριολεκτικά– τα δικά τους, παράπλευρα μονοπάτια προς τη σπηλιά. Ήταν, όμως, η πρώτη φορά που συναντούσαμε ένα συνοδοιπόρο από τόσο παλιά – τότε που λίγοι άνθρωποι είχαν ακούσει για τη σπηλιά της Πεντέλης και που η διαδρομή προς αυτή αντιστοιχούσε σε ολόκληρο ταξίδι. Αισθανθήκαμε λες και το άνοιγμα της σπηλιάς ήταν ένας μεγάλος κρίκος που συνέδεε με τον τόπο τις ζωές αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων, από διαφορετικές εποχές.

 

Όταν το 1927 ο Καμπούρογλου έγραφε το «Μονοπάτι της σπηλιάς», ήταν σε ηλικία 75 ετών, στη δύση πλέον της ζωής του, επιφανής ιστορικός και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν είχε καμία ανάγκη να καταφεύγει σε υπερβολές προκειμένου να περιγράφει αυτά που ένιωθε και επεδίωκε να μεταδώσει. Αντιθέτως, τα στερεότυπα της εποχής, σε συνδυασμό με τη θέση του, μάλλον τον περιόριζαν ως προς το τι μπορούσε να εκφράσει δημόσια. Όταν, λοιπόν, αναφερόταν στα «μυστήρια του χάους» («Τώρα γίνε δαδούχος, αναγνώστα, προχώρησε προς τα μυστήρια του χάους») μέσα από το υπαινικτικό, γεμάτο αλληγορίες άρθρο του, είναι φανερό ότι είχε κατά νου κάτι περισσότερο από τον απλό εντυπωσιασμό των λέξεων.

  

Κατέβαινε στο τριγωνικό τούνελ και έπινε από το νερό της «λιμνούλας» – της «μυστικής στέρνας» ή φυσικής «γουβίτσας», όπως την ανέφερε ο Καμπούρογλου. Το «αθάνατο» νερό, που κατά τη σχετική παράδοση διατηρούσε τον ασκητή της σπηλιάς νέο. Έ, λοιπόν, είναι εντυπωσιακό ότι και αρκετοί άλλοι, αιώνες τώρα, γνώριζαν τη μυστική αυτή στέρνα και εισέρχονταν στο στενό τριγωνικό τούνελ για να πιούν από το νερό της. Ένας Αυστριακός, ο Anton von Prokesch–Osten, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Πεντέλη το 1825 και εκδώσει τα απομνημονεύματα του το 1837 υπό τον τίτλο "Denkwürdigkeiten und Erinnerungen aus dem Orient" ("Απομνημονεύματα και Αναμνήσεις από την Ανατολή"), αναφερόταν μεταξύ άλλων και στη «μυστική στέρνα». Σημείωνε, συγκεκριμένα (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Οι μοναχοί (της μονής Πεντέλης) μου έδωσαν μιαν απόδειξιν της απλότητος και της αμάθειας των δια τρόπου καθ' ον ούτοι επαινούν και περιγράφουν τα, τοσούτον πλησίον κείμενα, λατομεία μαρμάρου. Η διατύπωσις του σοφοτέρου εξ αυτών περιωρίσθη εις τας λέξεις: "...εκεί πάνω στο βουνό είναι μια τρύπα και σ' αυτήν μια πηγή· εκεί κάτω έρπουν οι μυλόρδοι, πίνουν απ' το νερό, γράφουν τα ονόματα τους και μετά συνεχίζουν το δρόμο τους Μυλόρδοι αποκαλούνταν παλιά τα σημαίνοντα πρόσωπα γενικώς (από το αγγλικό «My Lord» – «Λόρδε μου»). Και οι μυλόρδοι που εισχωρούσαν έρποντας στο τριγωνικό τούνελ της «λιμνούλας» ήταν σε κάποιες περιπτώσεις ξένοι ευγενείς, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Βαρόνος ήταν, εξάλλου, και ο Anton von Prokesch–Osten, πρέσβης της Αυστρίας στην προσφάτως απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου παρέμεινε μεταξύ 1834 και 1849.

 

Ο Anton von Prokesch–Osten

 

Στον αρχαίο αυτό ιερό χώρο, που ήταν αφιερωμένος στη λατρεία των Νυμφών, θα επανέλθουμε ξανά και ξανά κατά την πορεία της ενότητας, με διαφορετικές κάθε φορά σκέψεις. Κάτι έγραφε, όμως, ο Καμπούρογλου για παραπετάσματα και θόλους από σταλακτίτες της σπηλιάς, οι οποίοι ήταν ήδη μισοθαμμένοι την εποχή του («καταχωμένοι είναι τώρα οι περισσότεροι θόλοι»). Ας κάνουμε, λοιπόν, στο σημείο αυτό κι εμείς μία μεγάλη αναδρομή, και ας βαδίσουμε νοερά στην παλιά σπηλιά.

 

 

Η παλιά σπηλιά και οι παράξενοι σταλακτίτες

 

ΑΡΧΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ    ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ    Η ΠΑΛΙΑ ΣΠΗΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΣΤΑΛΑΚΤΙΤΕΣ   Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ    Φ

 

Στο δρόμο, αλήθεια, της ψυχής αναγνωρίζεται ο τύπος του Σπηλαίου, του αρχαίου τόπου των μυητικών τελετών, με τ' ατέλειωτά του λοξοδρομίσματα, σταυροδρόμια και αλλογυρίσματα, με τις καμάρες τις σκοτεινές, με τους υπόγειους ποταμούς, τις λίμνες και τους άπατους γκρεμούς, που δρασκελίζουνται ή περνιούνται με δεντροκορμούς ή σκοινένια γιοφύρια. Τόπος του συμβολικού Θανάτου και Ξαναγεννημού των Μυητικών Τελετών, το Σπήλαιο γίνεται η πύλη των Δυό Κόσμων. Εδώθε κατεβαίνουν οι ψυχές κ' εδώθε ανεβαίνουν στον Απάνου Κόσμο. Ανάπτυξη του σχεδίου και σχηματική παράσταση του Σπηλαίου είναι ο Λαβύρινθος και τα ομόλογα σχέδια, που ανακρατούν σταθερά την αρχική σχέση τους τόσο με το Σπήλαιο όσο και με τη μυητική του σημασία.

 

Παναγής Λεκατσάς, "Η Ψυχή"

 

Ποια σπηλιά, όμως; Γιατί, μέσα από την κλεψύδρα του χρόνου πέρασαν πολλές σπηλιές, στο ίδιο πάντα «πού» αλλά σε διαφορετικά «πότε».

 

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποια αρχαία εποχή η διαβρωτική δράση του νερού επί του ασβεστολιθικού πετρώματος ξεκίνησε να σμιλεύει στα σωθικά της Πεντέλης το αρχικό κοίλωμα που με την πάροδο των αιώνων διαμορφώθηκε στη σπηλιά. Εκείνο που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο, ωστόσο, είναι ότι η σπηλιά ήταν «τυφλή» μέχρι την εποχή που οι αρχαίοι Αθηναίοι ξεκίνησαν τη λατόμηση μαρμάρου στο σημείο, κάπου τον 5ο αιώνα π.Χ. (η αρχαιότερη, πάντως, χρήση πεντελικού μαρμάρου για την κατασκευή γλυπτών χρονολογείται το 570 π.Χ., δηλαδή τον 6ο αιώνα π.Χ.). Τότε ήταν που δημιουργήθηκε το τεχνητό σημερινό άνοιγμα, καθώς το μέτωπο της λατόμησης προχωρούσε όλο και βαθύτερα στο βουνό.

 

 

Ολόκληρος ο σημερινός προαύλιος χώρος της σπηλιάς αντιστοιχεί στο έδαφος του αρχαίου εκείνου λατομείου, ενώ ο κάθετος βράχος ολόγυρα, που φέρει εμφανή ακόμα τα ίχνη των αρχαίων εργαλείων, αντιστοιχεί στο όριο που τελικά σταμάτησε η λατόμηση.

 

Ο κάθετος βράχος έξω από τη σπηλιά. Κάθε του χτύπημα και μια χαμένη στο χρόνο στιγμή.

 

Η αποκάλυψη του σπηλαίου από τους αρχαίους λατόμους ήταν, λοιπόν, τυχαίο γεγονός. Μέχρι τότε, η σπηλιά αποτελούσε ένα κλειστό σύμπλεγμα από μία κύρια και μερικές μικρότερες επικοινωνούσες αίθουσες – έναν μυστικό, κατασκότεινο χώρο στα σπλάχνα του βουνού. Ένα χώρο, όμως, που κάποτε, πολλές χιλιάδες χρόνια πριν, γέμιζε από τα νερά μιας εσωτερικής λίμνης.

 

Κατηφορίζοντας στα ενδότερα της σπηλιάς, λίγα μέτρα μετά την είσοδο και επί του αριστερού τοιχώματος, μπορεί κανείς να διακρίνει εκτεταμένες οριζόντιες γραμμώσεις στο βράχο.

 

 

Οι γραμμώσεις αυτές δε μοιάζουν να έχουν προκληθεί από τεκτονικές μεταβολές. Το γεγονός ότι είναι εντελώς ευθείες και οριζόντιες, με μικρά μεσοδιαστήματα ανάμεσα τους, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι σχηματίστηκαν από την ευμετάβλητη στάθμη λιμναζόντων υδάτων (αυτό, πάλι, δεν είναι επιβεβαιωμένο –δύο γεωλόγοι που ρωτήθηκαν δεν μπόρεσαν ούτε να το επαληθεύσουν ούτε να το απορρίψουν– είναι, όμως, μάλλον το πιθανότερο ενδεχόμενο). Όπως και να 'χει, άσχετα με την προέλευση των συγκεκριμένων γραμμώσεων, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η σπηλιά περιείχε κάποτε σημαντικούς όγκους νερού, καθώς ο τρόπος σχηματισμού της («καρστικοποίηση») προϋποθέτει, ακριβώς, τη διέλευση και λίμναση μεγάλων υδάτινων όγκων.

 

Επανερχόμενοι στην αποκάλυψη της σπηλιάς, ίσως οι γύρω βράχοι να θυμούνται ακόμα τις ομιλίες των αρχαίων λατόμων, καθώς εκείνοι πρωτοαντίκριζαν τα σκοτεινά ενδότερα της και εισέπνεαν τον νοτισμένο αέρα του κλειστού μέχρι τότε εσωτερικού. Δε θα μάθουμε ποτέ τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα εκεί. Αυτό, πάντως, που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι η σπηλιά, εκτός από εστία λατόμησης, απετέλεσε και τόπο λατρείας για τους αρχαίους Έλληνες. Το τριγωνικό τούνελ, με τη μικρή «λιμνούλα» στο τέρμα του –φυσικό ως προς τον τρόπο δημιουργίας, αλλά τεχνητά διαμορφωμένο εκ των υστέρων σε λατρευτικό χώρο– αποτελούσε κάποτε λατρευτικό Ιερό αφιερωμένο στις Νύμφες.

  

Αλλά και λίγο ψηλότερα από τη σπηλιά, ανακαλύφθηκε, μόλις το 1952, το Νυμφαίο άντρο Πεντέλης. Να πώς περιγράφει η αρχαιολόγος Χάρης Δεληγιώργη (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ) τα σχετικά με το άντρο αυτό και τη λατρεία των Νυμφών:

 

 

Το Νυμφαίο βρίσκεται σε υψόμετρο 800 μ. πάνω στο βουνό της Πεντέλης, σε υψομετρική διαφορά 100 μ. από την γνωστή σπηλιά του Νταβέλη.

 

Το κοίλωμά του που αποτελείται από μαρμάρινους βράχους, είναι μικρό διότι το μήκος του ορίζεται μόλις στα 6,50 μ. και το πλάτος τους στα 6,40 μ. Η οροφή του κατέπεσε στους αρχαίους χρόνους και μάλιστα σε μια εποχή που η λατρεία υφίστατο σ' αυτό.

 

Σήμερα, μαρμάρινες μονολιθικές παραστάδες και τμήμα κατωφλιού, αποτελούν την είσοδο που έχει πλάτος 1,13 μ. Η είσοδος και τα πλευρικά τοιχώματα κτίσθηκαν με λατύπη, όταν ανακαλύφθηκε η σπηλιά, για να εμποδισθεί το γέμισμα του Νυμφαίου με χώματα και πέτρες.

 

Η κατακρήμνιση της οροφής θα έγινε μάλλον κατά τον εξής τρόπο: Το κυριώτερο λατομείο της αρχαιότητας, βρισκόταν 30 μ. πιο ψηλά από το Νυμφαίο. Κατά την λατόμηση, έπεφταν κομμάτια προς την κατωφέρεια της πλαγιάς και έφθαναν μέχρι το Νυμφαίο. Από σεισμό ή κάποια λατόμηση του μαρμάρου που έγινε πάνω από το άντρο των Νυμφών, φαίνεται ότι κατέπεσαν οι τεράστιοι βράχοι της οροφής και έφραξαν την είσοδο της σπηλιάς. Τα κομμάτια (οι λατύπες) που έπεφταν από το λατομείο, κατέχωσαν σιγά – σιγά με την πάροδο του χρόνου, τόσο την είσοδο όσο και την περιοχή γύρω από αυτό, ώστε σήμερα υπάρχει ένα πολύ στέρεο στρώμα λατύπης πάνω από την φυσική επιφάνεια της πλαγιάς της Πεντέλης...

 

...Οι λατόμοι της αρχαιότητας κατέφευγαν μέσα στο σκοτάδι του άντρου για να ξεκουραστούν και να πιούν νερό από την πηγή. Οι όγκοι των σταλαγμιτών, μέσα στο μισοσκόταδο, με τα περίεργα σχήματά τους, τους έδιναν την εντύπωση των Νυμφών σε διάφορες στάσεις. Με την εντύπωση αυτή άρχισε και η λατρεία των Νυμφών που ο Όμηρος στην Οδύσσεια τις παρουσιάζει να υφαίνουν στα άντρα «υφάσματα αλυπόρφυρα θαύμα ιδέσθαι». Το ένα από τα δύο ανάγλυφα, βρέθηκε κοντά στον όγκο των σταλαγμιτών που αντιπροσωπεύουν τις μορφές των Νυμφών μέσα στο σπήλαιο.

 

Σαν θεότητες που έχουν σχέση με το νερό, εκτός από τις θεραπευτικές ιδιότητες είχαν και την ικανότητα να προφητεύουν, γι' αυτό ορισμένα άντρα ήταν συγχρόνως και μαντεία. Η λεκάνη που βρέθηκε μας δείχνει ίσως, ότι πρόκειται και στην περίπτωση αυτή, για ένα νυμφαίο–μαντείο, γιατί η υδρομαντική και η λεκανομαντεία ήταν γνωστές από αρχαιοτάτων χρόνων αλλά η μεγάλη διάδοσή τους γίνεται κατά την ρωμαϊκή περίοδο.

 

Ορισμένοι που επισκέπτονταν τα άντρα αυτά, επηρεασμένοι από τις νεαρές θελκτικές θεότητες, καταλαμβάνονταν από οίστρο και προέλεγαν το μέλλον. Αυτούς τους ονόμαζαν «νυμφόληπτους». Δεν αποκλείεται, στην περίπτωση αυτή να ανήκαν και οι αναθέτες των δύο γλυπτών. Το Νυμφαίο είναι μοναδικό στο είδος του γιατί κανένα άντρο μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε όπως ήταν την εποχή της λατρείας του. Μας παρέχει τις πλέον θετικές αποδείξεις για τον τρόπο της λατρείας των Νυμφών .

 

 

Οι ανάγλυφες αναθηματικές πλάκες που βρέθηκαν στο Νυμφαίο Πεντέλης και που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο:

 

Οι δύο ανάγλυφες πλάκες, και δεξιά φωτογραφία από τις εργασίες ανάσυρσης τους το 1952 (του φωτογράφου Νικολάου Τομπάζη, καταχωρημένη στο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη).

 

Στην πρώτη, που έχει σχήμα ναΐσκου και χρονολογείται περί το 350 π.Χ., απεικονίζεται ο Πάνας, κρατώντας σύριγγα (σουραύλι), λαγωβόλο (κοντό ξύλινο κυνηγετικό ραβδί καμπύλου σχήματος) και λαγό, ακολουθούμενος από τον Ερμή και τρεις Νύμφες. Στη βάση της αναγράφονται τα ονόματα των τριών αναθετών της –Τηλεφάνης, Νικήρατος και Δημόφιλος– οι οποίοι στέκονται μπροστά στον Πάνα. Η δεύτερη αναθηματική πλάκα χρονολογείται το 330–310 π.Χ. και απεικονίζει δεξιά τον αναθέτη της Αγαθήμερο, με κάνθαρο (κύπελλο) στο χέρι, να δέχεται κρασί από νεαρό οινοχόο. Αριστερά, απεικονίζεται ο Πάνας καθώς ετοιμάζεται να παίξει μουσική με τη σύριγγα του, μαζί με τον Ερμή και τρεις Νύμφες. Η όλη σκηνή διαδραματίζεται στο εσωτερικό σπηλαιώδους χώρου.

 

Η λατρεία των Νυμφών ήταν συνυφασμένη με τη λατρεία του Πάνα. Η σχέση αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες θεότητες λατρεύονταν συνήθως σε σπήλαια, ενισχύει την άποψη ότι στη σπηλιά της Πεντέλης, εκτός από το αφιερωμένο στις Νύμφες μικρό Ιερό του τριγωνικού τούνελ, υπήρχε πιθανώς κατά την αρχαιότητα και κάποιο μεγαλύτερο, αφιερωμένο στον Πάνα. Σχετικά, σημείωνε η αρχαιολόγος Χάρης Δεληγιώργη (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

 

...Ίσως από κει να βρίσκαμε πιο σίγουρα στοιχεία για την θεότητα που λατρευόταν στους αρχαίους χρόνους στη σπηλιά (της Πεντέλης). Πάντως το λάξευμα σκαλοπατιών στο βράχο, η κατάληξη στο νερό, το θραύσμα μαρμάρινης λεκάνης που βρέθηκε όχι στην αρχική της θέση μας θυμίζει Νυμφαίο. Επίσης, αν αναλογισθούμε ότι 100 μ. πιο ψηλά στην ίδια κατεύθυνση και πάντα στην περιοχή του αρχαίου λατομείου, υπάρχει το περίφημο Νυμφαίο, τότε μπορούμε να υποθέσουμε αυτό που όλοι οι μελετητές παραδέχονται, ότι βρισκόμαστε σε ένα άντρο Νυμφών και Πανός...

 

...Στη δεξιά πλευρά, μαζί με δύο κτιστές δεξαμενές που οι καμάρες τους έχουν καταπέσει, συναντάμε ό,τι πιο όμορφο έχει να επιδείξει η σπηλιά: δύο ναΐδρια καρφωμένα μέσα στο βράχο. Ίσως τα θεμέλια των δύο εκκλησιών να στήθηκαν πάνω σ' ένα αρχαίο ιερό αφιερωμένο μάλλον στις Νύμφες και στον θεό Πάνα, εφ' όσον, 100 μ. ψηλότερα, υπάρχει το περίφημο Νυμφαίο της Πεντέλης, και η λατρεία των Νυμφών ήταν ευρύτατα διαδεδομένη μεταξύ των λατόμων αλλά και σ' όλη την περιοχή του Πεντελικού. Έτσι, η μεγαλόπρεπη αυτή είσοδος συνδυάζει δυο διαφορετικούς κόσμους , τον προχριστιανικό και τον χριστιανικό με μια αρμονία αφάνταστης απλότητας και χάρης...

 

 

Εκτός του θραύσματος λεκάνης που αναφέρεται στο παραπάνω απόσπασμα, στη σπηλιά έχουν βρεθεί κατά καιρούς και αρκετά άλλα υπολείμματα δοχείων νερού, αλλά και μία ολόκληρη μαρμάρινη λεκάνη, άγνωστης χρονολόγησης.

 

 

Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη άποψη. Σχολίαζε για το θέμα ο αρχαιοδίφης Γεώργιος Λαδάς (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Εγράφη υπό του Γ. Σωτηρίου ότι το σπήλαιον τούτο κατά τους προχριστιανικούς χρόνους ετιμάτο πιθανότατα ως άντρον του Πανός. Τούτο είναι εντελώς αβάσιμον, αφ' ενός μεν διότι ουδέν ίχνος λατρείας του Πανός ευρέθη μέχρι τούδε, αφ' ετέρου δε διότι, ως ελέχθη ανωτέρω, το στόμιον του σπηλαίου διευρύνθη κατά τους αρχαίους χρόνους εκ της συνεχούς λατομήσεως των βράχων.»

 

Πράγματι, στη σπηλιά δεν έχει βρεθεί κανένα υπόλειμμα που να τη συνδέει άμεσα με τη λατρεία του Πάνα. Η απουσία αποδείξεων, όμως, δε συνιστά κατ' ανάγκη και απόδειξη απουσίας, ειδικά σε ζητήματα που αφορούν το μακρινό παρελθόν. Η ύπαρξη του Νυμφαίου Ιερού στο τέρμα του τριγωνικού τούνελ ενισχύει την εκτίμηση –που συμμερίζονται και οι περισσότεροι αρχαιολόγοι– ότι στο εσωτερικό της σπηλιάς, άγνωστο πού ακριβώς, υπήρχε κατά την αρχαιότητα Ιερό αφιερωμένο στον Πάνα. Αυτό, χωρίς σε καμία περίπτωση να θεωρείται βέβαιο, είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο.

 

Βέβαιο, αντιθέτως, είναι ότι στο βουνό της Πεντέλης υπήρχε κατά την αρχαιότητα μεγάλο μαρμάρινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Αναφέρεται από τον Παυσανία στα «Αττικά» του: «Αθηναίοις δε τα όρη και θεών αγάλματα έχει. Πεντέλησι μεν Αθηνάς, εν Υμηττώ δε άγαλμα εστίν Υμηττίου Διός και εν Πάρνηθι Παρνήθιος Ζευς, χαλκούς εστί.» Η Αθηνά ήταν προστάτιδα, όχι μόνο της πόλης των Αθηνών, αλλά και του αρχαίου Δήμου Πεντέλης, ο οποίος καταλάμβανε την ευρύτερη περιοχή της σημερινής μονής Πεντέλης. Από την παραπάνω αναφορά γίνεται αντιληπτό ότι το όνομα "Πεντέλη" είναι αρχαίας προέλευσης, και ότι ήδη από την εποχή του Παυσανία (3ος αιώνα π.Χ.) είχε αντικαταστήσει το αρχαιότερο όνομα "Βριλησσός" ή "Βριληττός", με το οποίο ανέφεραν το βουνό ο Θουκυδίδης και ο Ηρόδοτος. Πανάρχαια –πελασγικής προέλευσης– είναι, εξάλλου, και τα ονόματα "Υμηττός" και "Αιγάλεω". Όσο για την ακριβή θέση του αγάλματος της θεάς Αθηνάς στην Πεντέλη, οι δύο επικρατέστερες εκδοχές είναι ότι αυτό βρισκόταν είτε στην περιοχή των αρχαίων λατομείων –κοντά, δηλαδή, στη σπηλιά– είτε κάπου προς την κορυφή του βουνού.

 

Για να ξαναγυρίσουμε στη σπηλιά, οι αρχαίοι λατόμοι αφαίρεσαν από το εσωτερικό της όγκους μαρμάρου, των οποίων τα μέτωπα αποκοπής είναι ορατά σε αρκετά σημεία των τοιχωμάτων. Επιπλέον, εναπόθεσαν εντός της σπηλιάς μεγάλους όγκους λατύπης –θραυσμάτων μαρμάρου, δηλαδή– που προήλθαν από τις εργασίες άλλων λατομείων. Έτσι, όπως έχουν δείξει στρωματογραφικές μελέτες, ο πυθμένας ανέβηκε κατά είκοσι τουλάχιστον μέτρα σε σχέση με την αρχική του στάθμη.

 

Το λατομείο της σπηλιάς υπολογίζεται ότι λειτούργησε, με ενδιάμεσες περιόδους παύσης, έως και τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Οι τεράστιοι όγκοι μαρμάρου που αφαιρέθηκαν από το χώρο μαρτυρούν την επί πολλούς αιώνες συνέχιση των εργασιών. Αλλά, και ολόκληρη η Πεντέλη βρίθει από πολλά άλλα, μικρά και μεγάλα αρχαία λατομεία, μάρτυρες της εκτεταμένης και μακραίωνης λατόμησης μαρμάρου στο βουνό.

 

Αρχαία εστία λατόμησης στην Πεντέλη, με εμφανή ακόμα τα ίχνη από την αρχαία τεχνική εξαγωγής μαρμάρου.

 

Αρχαίο λάξευμα σε μέτωπο μικρολατομείου.

 

Μπορεί κανείς να φανταστεί τις ομάδες των αρχαίων λατόμων να εργάζονται στους βράχους της Πεντέλης, άλλοτε με τον ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπο τους κάτω από τον λαμπρό ήλιο του αττικού καλοκαιριού, άλλοτε με τον παγωμένο άνεμο του πεντελικού χειμώνα να λυσσομανά γύρω τους. Πόσες συζητήσεις, πόσα περιστατικά, πόσες ιστορίες, χαμένες στις πλαγιές του βουνού...

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ