Όλη αυτή η λατομική δραστηριότητα είναι γνωστό ότι συνεχίστηκε και τους αιώνες της Ρωμαιοκρατίας, ακολουθώντας, όμως, σταδιακά φθίνουσα πορεία. Όσο για τη σπηλιά, τα θραύσματα μίας ρωμαϊκής σαρκοφάγου που σώζονται ακόμα στο εσωτερικό της, μαζί με άλλα ευρήματα, υποδηλώνουν ανθρώπινη παρουσία.
|
Θραύσματα από ρωμαϊκής εποχής πήλινα σκεύη στο εσωτερικό της σπηλιάς. |
Φτάνοντας στην πρωτοβυζαντινή ή παλαιοχριστιανική περίοδο –την περίοδο, δηλαδή, χονδρικά μεταξύ 4ου και 7ου μ.Χ. αιώνα– κάτι καινούριο αρχίζει να συμβαίνει στη σπηλιά: με την έλευση του Χριστιανισμού, οι πρώτοι ασκητές εγκαθίστανται στο χώρο. Αυτή είναι και η αρχή μιας χαμένης ιστορίας, που θα διαρκέσει δέκα ολόκληρους αιώνες. Το τι διαδραματίστηκε κατά το διάστημα αυτό στον απομονωμένο, σχεδόν κρυμμένο χώρο της σπηλιάς θα αποτελέσει το κεντρικό θέμα της παρούσας ενότητας και θα μας απασχολήσει αναλυτικά στην πορεία της. Εδώ, ας προσπεράσουμε για λίγο και ας ολοκληρώσουμε τη σύντομη μας αναδρομή στην ιστορία του μέρους.
Λίγο μετά το τέλος της Τουρκοκρατίας, το 1836, με εντολή του βασιλιά Όθωνα, επαναλειτούργησαν, πρώτα το αρχαίο λατομείο της σπηλιάς, και έπειτα τα γύρω λατομεία, που είχαν μείνει αδρανή επί πολλούς αιώνες. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ή ένδειξη που να στοιχειοθετεί εκ νέου λατόμηση από το εσωτερικό της σπηλιάς κατά την αναζωπύρωση αυτή της λατομικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, τα πέριξ ευρισκόμενα αρχαία λατομεία βάθυναν και διευρύνθηκαν σημαντικά, με την εξόρυξη νέων όγκων μαρμάρου.
Η νεότερη αυτή περίοδος λατόμησης συνεχίστηκε, με ολιγοετείς παύσεις, μέχρι και το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Τη δεκαετία του 1940, στους Σαρακατσάνους Πεντελιώτες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή κατά την Τουρκοκρατία προστέθηκαν νησιώτες λατόμοι από την Πάρο, την Κάρπαθο, τη Σαντορίνη και την Τήνο. Μέχρι τότε, τα ενεργά λατομεία στο βουνό δεν ξεπερνούσαν τα 5–6. Μετά τον Β' Π.Π., όμως, καινούριες άδειες δόθηκαν αθρόα, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1970 τα ενεργά λατομεία να ανέρχονται σε αρκετές δεκάδες. Οι ρυθμοί εξόρυξης μαρμάρου από το βουνό αυξήθηκαν κατακόρυφα, βοηθούσης της μεταπολεμικής οικονομικής ανάκαμψης, της νεοελληνικής ασυδοσίας, αλλά και της εκτεταμένης χρήσης δυναμίτιδας. Ολόκληρη η Ελλάδα, και ειδικά η Αθήνα, εφοδιάστηκε με μαρμάρινους νεροχύτες, μαρμάρινα σκαλοπάτια, μαρμάρινα περβάζια, μέχρι και μαρμάρινες ταφόπλακες, φτιαγμένες από τα σπλάχνα της Πεντέλης. Τελικά –επισήμως τουλάχιστον– το 1977 η λατόμηση στη νοτιοδυτική πλευρά του βουνού έπαψε οριστικά.
Σήμερα, τα λατομεία αυτά χαίνουν ερειπωμένα...
...ενώ διάσπαρτα τριγύρω στέκουν μικρά κτίσματα διαφόρων εποχών, που κάποτε αποτελούσαν καταλύματα λατόμων και εργατών.
Λίγο πιο χαμηλά, στις υπώρειες, το παλιό σπαστήριο μαρμάρου του Μουζάκη αφηγείται σιωπηλά τη δική του ιστορία.
Αλλά, ας επανέλθουμε στη σπηλιά. Λέγαμε πριν ότι από το εσωτερικό της δεν αφαιρέθηκαν όγκοι μαρμάρου κατά τη νεότερη περίοδο λατόμησης. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι η σπηλιά παρέμεινε έρημη. Αντιθέτως, με τη φυσική προστασία που παρείχε και το πόσιμο νερό που λίμναζε κατά τόπους, ο χώρος της συγκέντρωνε εργάτες, γεγονός που αποτυπώνεται και σε απεικονίσεις της εποχής. Ακόμη και πιο παλιά, πριν την επανέναρξη της λατόμησης, η παρουσία ανθρώπων ήταν συχνή, όπως προκύπτει από σχετικές περιγραφές και παραστάσεις.
Γενικά, από τα αρχαία χρόνια, οπότε αποκαλύφθηκε, μέχρι και τις μέρες μας, η σπηλιά ουδέποτε έπαψε να δέχεται επισκέπτες, ενώ επί αιώνες φιλοξενούσε και μόνιμους κατοίκους, όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια. Οι λόγοι της συνεχούς αυτής ανθρώπινης παρουσίας διέφεραν ανά περιόδους. Έτσι, τη δεκαετία του 1940, για παράδειγμα, έχουμε τη διοργάνωση συναυλιών στο εσωτερικό της, ενώ το 1958 συναντάμε μία Αγγλίδα φοιτήτρια αρχαιολογίας, της οποίας η επίσκεψη είχε καταλήξει σε ληστεία και απόπειρα βιασμού.
![]() |
![]() |
|
Δημοσιεύματα της εφημερίδας "Ελευθερία". Αριστερά: φύλλο 04/05/1949, σελίδα 2. Δεξιά: φύλλο 19/04/1958, σελίδα 1. |
Η τελευταία σημαντική παρέμβαση στη σπηλιά αφορούσε τα στρατιωτικά έργα της περιόδου 1977–1983 που άλλαξαν ριζικά το αρχικό κοίλωμα, καταστρέφοντας παράλληλα τα ανοίγματα των φυσικών τούνελ και πηγαδιών του εσώτερου τμήματος. Στο θέμα αναφερθήκαμε αναλυτικά μέσα από την ενότητα "Οι στοές της Πεντέλης", θα πρέπει όμως εδώ να συμπληρώσουμε μερικά πράγματα.
Όπως συζητήσαμε, λοιπόν, η ύπαρξη παλαιότερα ανοιγμάτων στο εσωτερικό της σπηλιάς προς φυσικά τούνελ/πηγάδια είναι αδιαμφισβήτητη. Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες, αλλά και φωτογραφίες από τα ανοίγματα αυτά. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο δημοσίευμα του 1935, στο περιοδικό "Το Βουνό" (Τεύχος Απριλίου 1935, σελίδα 108 – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):
Σημειώστε για τη μετέπειτα συζήτηση τις διακλαδώσεις του περιγραφόμενου πηγαδιού, καθώς και το γεγονός ότι αυτό αναφέρεται ως άγνωστο μέχρι τότε.
Τώρα, αν για την ύπαρξη τούνελ στην παλιά σπηλιά δε χωράει αμφιβολία, το επόμενο ερώτημα αφορά την απόσταση στην οποία αυτά εκτείνονταν. Μερικά μέτρα, μάλλον, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, σωστά;
Όχι ακριβώς. Η περιγραφή του δημοσιεύματος αφορά την κατάσταση του πηγαδιού το 1935. Πιο παλιά όμως;
Ας δούμε το θέμα ευρύτερα. Εκτός της αναφοράς του Τσελεμπί, στην οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για βαθιά τούνελ μεγάλου μήκους, υπάρχει και άλλη μνεία, για «χάσματα μέσα παράδοξα και φοβερά, δεν βρίσκεται καθόλου έξοδος πουθενά». Και, βέβαια, υπάρχει πάντα ο απόηχος της παλιάς προφορικής παράδοσης περί μεγάλου και δαιδαλώδους δικτύου τούνελ με αφετηρία τη σπηλιά, ο οποίος, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμηριωτικός, συνιστά, ωστόσο, μία ενισχυτική ένδειξη (σχετικός είναι και ο θρύλος που ανέφερε ο Καμπούρογλου για το βασιλιά και τη βασίλισσα που χάθηκαν στο εσωτερικό της σπηλιάς).
Είναι γεγονός ότι τα ανοίγματα των τούνελ φράχθηκαν ή καταστράφηκαν κατά τις εργασίες της περιόδου 1977–1983. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι και πριν τα έργα οι αυλοί τους δεν είχαν ήδη φραχθεί πέρα από κάποιο σημείο, είτε από φυσικά αίτια είτε από ανθρώπινες παρεμβάσεις. Ας μην ξεχνάμε τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία των τελευταίων αιώνων, με τη σπηλιά, μόνο τα τελευταία χρόνια, να έχει δεχτεί δεκάδες χιλιάδες επισκεπτών. Ήδη από το 1927 ο Καμπούρογλου έκανε λόγο για θόλους που ήταν μισοθαμμένοι την εποχή του («καταχωμένοι είναι τώρα οι περισσότεροι θόλοι»). Αν, μάλιστα, κανείς δεχτεί έστω και μικρό μέρος όσων ο Τσελεμπί ανέφερε ότι συνάντησε στο εσωτερικό τους, θα ήταν μάλλον απίθανο τα τούνελ της σπηλιάς να είχαν μείνει καθολικά προσβάσιμα από μια εποχή και μετά.
Σε κάθε περίπτωση, η παλιά σπηλιά μικρή σχέση είχε με το χώρο που αντικρίζουμε σήμερα. Να πώς περιέγραφε ο Αυστριακός βαρόνος Anton von Prokesch–Osten, στον οποίο αναφερθήκαμε πριν, τη σπηλιά και ειδικότερα τη διαδρομή προς τη «λιμνούλα» του τριγωνικού τούνελ (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

...Υπερπηδών λιθοσωρούς, μαρμάρινα ερείπια και εργασμένους λίθους φθάνεις εις την είσοδον (της σπηλιάς), η οποία κλείεται υπό νεωτέρου τείχους. Παλαιά θραύσματα κιόνων, ίχνη ανθρώπινης χειρός, ήτις έδρασε προ χιλιάδων ετών, εν πλατύ, εις βάθος εκτεινόμενον σπήλαιον, ασθενώς φωτιζόμενον και υπό των χρωμάτων του χρόνου, το ναυδριον τέλος μετά θρόνων κηρύγματος και λοιπών συμπαρομαρτούντων, είναι ό,τι βλέπεις. Βαδίζεις περίπου εξήντα βήματα εις το βάθος, ούτως φθάνεις εις διάδρομον (τούνελ), ποικίλως ελισσόμενον, και κατά θέσεις τόσον χαμηλόν, ώστε και έρπων δυσκόλως να χωρείς, κατόπιν εις είδος αιθούσης και διά βραχοτμήτων βαθμίδων (σκαλοπατιών) εις έναν λοξώς κατερχόμενον διάδρομον (τούνελ), εις του οποίου το τέλος, όλως εις το βάθος, απαντάς λαξευτήν κοιλότητα πλήρην ύδατος. Μία πηγή εκβάλλει εδώ και παρέχει το ύδωρ της εις αυτήν την κοιλότητα εκ της οποίας τούτο, μέσω συνεχείας τινός, απορρέει. Η πηγή έχει ψυχρότητα ήτις είναι δια την Ελλάδα ασυνήθης. Το ύδωρ είναι πολύ καλύτερον εκείνου της Πειρήνης της Κορίνθου και δύναται να συγκριθεί μόνον με το άλπειον ύδωρ της πατρίδος ημών. Εις τα τοιχώματα, εκεί όπου άρχεται ο διάδρομος και περατούνται αι βαθμίδες, ηύρον μεταξύ των ονομάτων των επισκεπτών ως οψιμότερον κεχαραγμένα τα των Santarosa (O. S. Santarosa – Ιταλός ευγενής, ο οποίος, ύστερα από μακρόχρονη και ιδιαίτερα ηρωική δράση, έδωσε τη ζωή του για την ελληνική ελευθερία, στις 8 Μαΐου 1825 στη Σφακτηρία, σε ηλικία 38 ετών.) και Colegno, ανδρών των οποίων ο πρώτος επεράτωσεν την ατυχή διαδρομήν του ήδη προ του Ναυαρίνου. Φθάσας πάλιν εις το φως της ημέρας, εξηρεύνησα τη συνέχειαν του σπηλαίου της εισόδου προς τα νοτιοδυτικά, ένθα προχωρεί πέραν των 100 βημάτων, εν αρχή κοσμουμένη υπό σταλακτιτών και περατουμένη εις τινάς διαδρόμους (τούνελ)...

Η σημερινή είσοδος του τούνελ προς τη «λιμνούλα» δεν είναι η αρχική, αλλά διανοίχθηκε την περίοδο 1987–1988, με την απομάκρυνση χώματος και λίθων από το σημείο. Η αρχική είσοδος, που περιγράφεται στο προηγούμενο απόσπασμα, καταστράφηκε κατά τα έργα του 1977. Εντοπιζόταν δύο περίπου μέτρα δεξιότερα του σημερινού ανοίγματος, εκεί όπου πλέον έχουν απομείνει μόνο κάποιοι σχισμοειδείς χώροι στη βάση του τοιχώματος της σπηλιάς.
|
|